Δεν μας λείπουν οι απαντήσεις. Μας λείπουν οι σωστές ερωτήσεις. Ζούμε σε μια εποχή που μιλά ασταμάτητα, αναλύει, εξηγεί, προβλέπει, αλλά σπάνια σταματά για να ρωτήσει κάτι που να πονάει. Οι λάθος ερωτήσεις παράγουν άνετα αφηγήματα, καλοχωνεμένες δικαιολογίες, μια ψευδαίσθηση κατανόησης. Οι σωστές ερωτήσεις, αντίθετα, δεν χαϊδεύουν. Ξεβολεύουν. Και αν κάτι χρειάζεται το 2026, δεν είναι περισσότερη άποψη αλλά μεγαλύτερη ακρίβεια στο πού στοχεύουμε.
Για χρόνια ρωτάμε «πώς φτάσαμε εδώ;» και νιώθουμε έξυπνοι επειδή απλώνουμε το παρελθόν μπροστά μας σαν χάρτη. Μα ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς, αλλά πού. Πού ακριβώς βρισκόμαστε τώρα; Όχι ιστορικά, όχι συμβολικά, αλλά συγκεκριμένα. Τι θεωρούμε φυσιολογικό σήμερα που πριν λίγα χρόνια θα μας τρόμαζε; Τι ανεχόμαστε χωρίς καν να το συζητάμε; Αν δεν ορίσουμε καθαρά το «εδώ», κάθε διαδρομή προς τα πίσω είναι απλώς αφήγηση κατά παραγγελία.
Συχνά ρωτάμε τι πήγε στραβά, λες και τα πράγματα εκτροχιάστηκαν από μόνα τους. Πιο τίμιο θα ήταν να ρωτήσουμε τι δεχτήκαμε χωρίς αντίσταση. Ποια μικρά «δεν πειράζει», ποιες πρόχειρες παραχωρήσεις, ποιες στιγμές κόπωσης βαφτίστηκαν ρεαλισμός και συσσώρευσαν το παρόν που τώρα μας βαραίνει. Τα περισσότερα δεν μας επιβλήθηκαν. Τα συνηθίσαμε.
Και αντί να αναζητούμε μανιωδώς ποιος φταίει, ίσως αξίζει να στρέψουμε αλλού το βλέμμα. Ποιος ωφελείται. Η ενοχή κάνει θόρυβο, το όφελος δείχνει κατεύθυνση. Αν κάτι επιμένει, αν κάτι διαιωνίζεται, κάποιος κερδίζει χρόνο, χρήμα, ισχύ ή σιωπή. Εκεί βρίσκεται το νήμα που αξίζει να τραβήξουμε.
Μας αρέσει επίσης να ρωτάμε τι μας εξέπληξε περισσότερο, λες και η έκπληξη είναι αρετή. Στην πραγματικότητα είναι ένδειξη παρεξήγησης. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι νομίζαμε λάθος μέχρι τώρα. Ποιες βεβαιότητες κουβαλούσαμε επειδή μας βόλευαν. Γιατί αν κάτι μας ξάφνιασε, μάλλον δεν το βλέπαμε καθαρά.
Ρωτάμε αν όσα ζούμε είναι πρωτοφανή, ενώ θα έπρεπε να ρωτάμε γιατί μας φαίνονται ανεκτά. Το σοκ δεν χάνεται επειδή τα πράγματα βελτιώνονται, αλλά επειδή κουραστήκαμε να αντιδρούμε. Κάπου μάθαμε ότι η απάθεια είναι ωριμότητα και η προσαρμογή αρετή. Εκεί, ακριβώς εκεί, κάτι έσπασε.
Ζητάμε διαρκώς τη γνώμη των ειδικών, αλλά σπάνια αναρωτιόμαστε ποιοι ειδικοί δεν ακούγονται ποτέ. Ποιοι μένουν έξω από το κάδρο, ποιοι γελοιοποιούνται εκ των προτέρων, ποιοι χαρακτηρίζονται υπερβολικοί για να μην ακουστούν. Η σιωπή δεν είναι τυχαία· είναι επιλογή.
Μας απασχολεί το μέλλον, οι προβλέψεις, τα σενάρια, λες και το αύριο θα πέσει από τον ουρανό. Κι όμως, το μέλλον δεν έρχεται. Συμβαίνει ήδη. Το ερώτημα δεν είναι τι θα γίνει, αλλά τι παρόν χτίζουμε χωρίς να το παραδεχόμαστε, ποιες αποφάσεις του σήμερα θα ονομάζουμε λάθη αύριο — αν υπάρξει αύριο για απολογισμό.
Ρωτάμε αν υπάρχει ελπίδα, αλλά η ελπίδα χωρίς κόστος είναι απλώς σύνθημα. Η μόνη ελπίδα που έχει νόημα είναι αυτή που συνοδεύεται από ρίσκο. Τι είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε για να αλλάξει κάτι; Χωρίς αυτή την ερώτηση, η ελπίδα μένει διακοσμητική.
Και τέλος, μιλάμε για την κοινωνία λες και είναι κάτι αφηρημένο, ένα σύνολο έξω από εμάς. Το πιο άβολο αλλά και πιο τίμιο ερώτημα είναι τι λέει όλο αυτό για εμάς προσωπικά. Πού στεκόμαστε όταν δεν μας κοιτάνε; Τι κάνουμε όταν δεν υπάρχει κοινό, χειροκρότημα ή like;
Ίσως, τελικά, η πιο σημαντική ερώτηση απ’ όλες είναι αυτή που αποφεύγουμε συστηματικά. Τι δεν τολμάμε να ρωτήσουμε και γιατί. Εκεί δεν βρίσκονται οι απαντήσεις. Εκεί αρχίζει η αλήθεια.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





