Υπάρχουν συγκροτήματα που κουβαλούν μια δισκογραφία και συγκροτήματα που κουβαλούν μια εποχή. Οι Nine Below Zero ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία, όχι επειδή έμειναν στο παρελθόν, αλλά επειδή έμαθαν να μεταφέρουν το παρελθόν στο παρόν, κάθε βράδυ, πάνω σε μια σκηνή. Την Παρασκευή 17 Απριλίου στο Piraeus Club Academy, η μπάντα που γεννήθηκε στο Λονδίνο την ώρα που το punk διέλυε τους κανόνες, έρχεται στην Αθήνα όχι για να θυμίσει αλλά για να αποδείξει ότι ορισμένοι ήχοι δεν ανήκουν σε καμία δεκαετία, ανήκουν μόνο στο live.
Το 1977 η Βρετανία δεν είχε υπομονή για δεξιοτεχνία. Οι κιθάρες έπρεπε να κόβουν, τα τραγούδια να τελειώνουν γρήγορα και η ένταση να είναι άμεση. Κάπου μέσα σε αυτή τη βιασύνη, οι Nine Below Zero επέλεξαν κάτι σχεδόν αντιφατικό: να παίξουν με διάρκεια. Αντί για το μινιμαλισμό του punk, έφεραν τον ιδρώτα του Chicago blues, την ακρίβεια του British R&B και την κινητικότητα της mod κουλτούρας. Στα μικρά pubs του νότιου Λονδίνου δεν προσπαθούσαν να ακουστούν· προσπαθούσαν να κινήσουν το δωμάτιο. Και πολύ γρήγορα τα δωμάτια έγιναν αίθουσες.
Το ντεμπούτο τους Live at the Marquee θεωρείται κλασικό όχι επειδή είναι παλιό αλλά επειδή ακούγεται σαν να συμβαίνει τώρα. Η μπάντα δεν ηχογράφησε για να κατασκευάσει έναν τέλειο δίσκο, ηχογράφησε για να αποδείξει πώς ακούγεται μια βραδιά όταν οι ενισχυτές δουλεύουν περισσότερο από το πρόγραμμα. Αυτός ο ωμός, «χωρίς φίλτρα» ήχος έγινε η ταυτότητά τους και ο λόγος που βρέθηκαν να μοιράζονται σκηνές με ονόματα όπως οι The Who, Eric Clapton και Sting, όχι ως συνοδευτική μπάντα, αλλά ως το συγκρότημα που είχε ήδη ζεστάνει το κοινό πριν εμφανιστεί ο headliner.
Στον πυρήνα της ιστορίας παραμένουν ο Dennis Greaves και ο Mark Feltham. Η κιθάρα του Greaves δεν αναζητά εντυπωσιασμό αλλά επιμονή, η φυσαρμόνικα του Feltham δεν συνοδεύει αλλά απαντά. Ανάμεσά τους υπάρχει ένας διάλογος που δεν γράφεται σε παρτιτούρα κι αυτός ο διάλογος είναι ο λόγος που οι Nine Below Zero δεν έγιναν ποτέ νοσταλγία. Έμειναν ενεργό συγκρότημα.
Από το Don’t Point Your Finger μέχρι το Avalanche, η μπάντα δεν κυνηγά το παλιό της κοινό αλλά το επόμενο live. Τα τραγούδια των 80s δεν παρουσιάζονται ως «κλασικά», αλλά ως φυσική συνέχεια των καινούριων. Γιατί για αυτούς το blues δεν είναι είδος· είναι τρόπος λειτουργίας. Κάθε setlist μοιάζει περισσότερο με αφήγηση παρά με αναδρομή.
Η εμφάνιση στο Piraeus Club Academy, έτσι, δεν λειτουργεί σαν reunion. Μοιάζει με ένα ακόμη επεισόδιο μιας περιοδείας που απλώς συνεχίζεται τέσσερις δεκαετίες μετά και εξακολουθεί να παίζει σαν να ξεκινά από την αρχή κάθε βράδυ. Γιατί κάποια συγκροτήματα γράφουν τραγούδια. Και κάποια γράφουν μνήμη την ώρα που τα ακούς.





