Κάπου ανάμεσα σε απομαγνητοφωνήσεις, επιδοτήσεις και χαμηλόφωνες συνομιλίες, ακούγεται κάτι πολύ πιο καθαρό από λέξεις. Ακούγεται η χώρα. Όχι αυτή που περιγράφεται στα δελτία Τύπου. Όχι αυτή που εμφανίζεται στις συνεντεύξεις. Αλλά αυτή που λειτουργεί πραγματικά πίσω από γραφεία, μέσα από κινητά τηλέφωνα, σε φράσεις που ξεκινούν με ένα «κοίτα να δεις» και τελειώνουν με ένα «θα το κανονίσουμε». Εκεί βρίσκεται το πραγματικό κείμενο της εξουσίας.
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ παρουσιάζεται σαν σκάνδαλο. Με αριθμούς, ονόματα, δικογραφίες, νομικές διαβαθμίσεις. Πλημμελήματα. Κακουργήματα. Άρσεις ασυλίας. Όλα τα σωστά εργαλεία για να πείσουν ότι κάτι πήγε στραβά. Αλλά τίποτα δεν πήγε στραβά. Αυτό είναι το πιο ενοχλητικό σημείο.
Γιατί όταν ακούς αυτές τις συνομιλίες ή έστω όταν τις φαντάζεσαι μέσα από τα αποσπάσματα, δεν υπάρχει εκείνη η αίσθηση του λάθους. Δεν υπάρχει πανικός. Δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μια άνεση. Μια οικειότητα. Σαν να πρόκειται για μια διαδικασία που έχει επαναληφθεί αρκετές φορές ώστε να μην χρειάζεται καν εξήγηση. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό και βίαιο ταυτόχρονα: Δεν βλέπεις ένα σύστημα που παραβιάζεται. Βλέπεις ένα σύστημα που εκτελείται.
Στην Ελλάδα η εξουσία δεν χρειάζεται να φωνάξει. Δεν χρειάζεται να απειλήσει. Δεν χρειάζεται καν να κρυφτεί ιδιαίτερα. Αρκεί να λειτουργήσει όπως πάντα. Ένα τηλέφωνο. Ένα όνομα. «Μια εξυπηρέτηση». Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε έναν αγρότη που περιμένει και έναν βουλευτή που μεσολαβεί, γεννιέται η πιο σταθερή μορφή πολιτικής. Το ρουσφέτι.
Οι επιδοτήσεις δεν είναι απλώς χρήματα. Είναι εργαλείο. Είναι νόμισμα. Είναι η πιο καθαρή μορφή εξουσίας, γιατί συνδέει άμεσα τον πολίτη με τον πολιτικό, χωρίς την ενοχλητική παρεμβολή των θεσμών. Δεν χρειάζεται να πιστέψεις στο κράτος. Αρκεί να πιστέψεις στον άνθρωπο που «θα σε βολέψει». Είναι το σημείο όπου η δημοκρατία μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Κάτι πιο χαμηλό, πιο πρακτικό, πιο αποτελεσματικό με τον λάθος τρόπο. Μια αγορά. Μια συναλλαγή. Μια σιωπηλή συμφωνία ότι έτσι γίνονται αυτά.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ψάχνει απάτη. Η Ελλάδα βλέπει απλώς μια γνωστή διαδικασία. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν βρίσκεται στις πράξεις. Βρίσκεται στην αντίδραση σε αυτές. Δεν υπάρχει πραγματική έκπληξη. Δεν υπάρχει εκείνη η συλλογική αίσθηση ότι αποκαλύφθηκε κάτι αδιανόητο. Υπάρχει μια σιωπηλή αναγνώριση. Σαν να επιβεβαιώνεται κάτι που ήδη υπήρχε ως υποψία. Και αυτό είναι το σημείο όπου το σκάνδαλο χάνει τη δύναμή του.
Γιατί ένα σκάνδαλο προϋποθέτει ρήξη. Προϋποθέτει μια στιγμή όπου η πραγματικότητα συγκρούεται με την εικόνα που έχουμε γι’ αυτήν. Δεν υπάρχει εκείνο το σοκ που θα έσπαγε τη ρουτίνα. Υπάρχει μια περίεργη κόπωση. Σαν να βλέπεις ένα έργο που έχεις ξαναδεί και απλώς περιμένεις το τέλος.
Άρση ασυλίας. Προανακριτική. «Κατά περίπτωση». Οι λέξεις αλλάζουν, αλλά η δομή μένει ίδια. Και πάντα υπάρχει η υπόσχεση ότι το σύστημα θα καθαρίσει τον εαυτό του. Αλλά δεν το κάνει. Το ανακυκλώνει. Αφαιρεί τα πιο εκτεθειμένα κομμάτια, μετακινεί πρόσωπα, κάνει έναν μικρό ανασχηματισμό, ρίχνει λίγο φως εκεί που χρειάζεται και μετά επιστρέφει στην κανονική του λειτουργία. Σαν να μην συνέβη τίποτα. Ή μάλλον, σαν να συνέβη ακριβώς αυτό που έπρεπε να συμβεί. Γιατί αν αυτό που βλέπουμε δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι 11. Δεν είναι οι συνομιλίες. Δεν είναι καν οι επιδοτήσεις.
Το πρόβλημα είναι ότι αν ανοίξεις περισσότερα τηλέφωνα, θα ακούσεις τα ίδια. Με διαφορετικά ονόματα. Με διαφορετικές φωνές. Αλλά με την ίδια γλώσσα. Μια γλώσσα που δεν χρειάζεται να πει «παρανομία». Αρκεί να πει «βοήθεια». Και τότε η γραμμή ανάμεσα στο νόμιμο και το παράνομο δεν εξαφανίζεται. Απλώς γίνεται άχρηστη. Γιατί κανείς δεν τη χρησιμοποιεί πια.
Αυτή είναι η πραγματική ιστορία του ΟΠΕΚΕΠΕ. Όχι ένα σκάνδαλο που ξέφυγε. Αλλά ένα σύστημα που λειτούργησε τόσο καλά, που άφησε ίχνη. Και αυτά τα ίχνη δεν δείχνουν προς κάποιους ενόχους. Δείχνουν προς κάτι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Την κανονικότητα.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





