Skip to main content

Η τελευταία πράξη του David Bowie δεν έμοιαζε με αποχαιρετισμό. Έμοιαζε με το κόλπο ενός μεγάλου ταχυδακτυλουργού. Ένα βήμα πίσω, ένα κλείσιμο του ματιού στο κοινό, και μετά εξαφάνιση. Μόνο που στη θέση του καπνού έμεινε ένα έργο. Και στη θέση της απάντησης, ένα μυστήριο που δεν θα λυθεί ποτέ. Το Blackstar, ο 26ος και τελευταίος του δίσκος, κυκλοφόρησε στις 8 Ιανουαρίου 2016, ανήμερα των 69ων γενεθλίων του. Δύο ημέρες αργότερα, ο Bowie δεν υπήρχε πια. Όχι όμως με τον τρόπο που συνηθίζουμε να εννοούμε την απουσία. Το άλμπουμ ακουγόταν ήδη σαν επιτύμβια στήλη γραμμένη από τον ίδιο. Όχι πένθιμη. Όχι μελοδραματική. Αλλά ψυχρή, υπαινικτική, σχεδόν ειρωνική. Στο ομώνυμο κομμάτι, η φωνή του αιωρείται πάνω από τζαζ αυτοσχεδιασμούς και τελετουργικούς ρυθμούς: «Something happened on the day he died / Spirit rose a metre and stepped aside». Δεν ήταν προφητεία. Ήταν σκηνοθεσία.

Το Lazarus –το τραγούδι και το βίντεο– λειτούργησε σαν κλειδαρότρυπα. Ο Bowie σε κρεβάτι νοσοκομείου, με δεμένα μάτια, κουμπιά αντί για κόρες, να τραγουδά «Look up here, I’m in heaven» και έπειτα να χάνεται σε μια ντουλάπα, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Όχι φυγή. Έξοδος. Σαν να ήξερε ακριβώς πότε πρέπει να φύγει από τη σκηνή. Όταν το Blackstar κυκλοφόρησε, υποδέχθηκε πανηγυρικά ως ένα παράξενο, υπέροχο, αδιαπέραστο αριστούργημα ύστερης περιόδου. Κανείς –ή σχεδόν κανείς– δεν τόλμησε να πει αυτό που φαινόταν να φωνάζει το ίδιο το έργο: ότι ο Bowie είχε γράψει το ίδιο του το ρέκβιεμ.

Η σιωπή πριν από την τελευταία πράξη

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Bowie «εξαφανίστηκε». Μετά το Let’s Dance και την απορρόφησή του από το mainstream, ήρθε η κρίση ταυτότητας των late ’80s και η άβολη περίοδος των Tin Machine. Αργότερα, η επανεμφάνιση ως θρύλος, μέχρι την κατάρρευση στη σκηνή το 2004 και τα σοβαρά καρδιακά επεισόδια. Και μετά, σιωπή. Εννέα χρόνια χωρίς δίσκο, χωρίς περιοδείες, χωρίς εξηγήσεις. Η επιστροφή ήρθε απρόσμενα το 2013 με το The Next Day. Χωρίς συνεντεύξεις. Χωρίς συναυλίες. Χωρίς προειδοποίηση. Ένας δίσκος σφιχτός, νευρώδης, παράξενα νεανικός, που έδειχνε ότι ο Bowie δεν είχε γυρίσει για να νοσταλγήσει, αλλά για να ξαναπαίξει το παιχνίδι με τους δικούς του όρους. Αυτό που δεν γνωρίζαμε τότε, ήταν ότι ο χρόνος του είχε ήδη αρχίσει να μετρά αντίστροφα.

Ο θάνατος ως συνεργάτης

Το Blackstar γεννήθηκε μέσα σε απόλυτη μυστικότητα. Τζαζ μουσικοί, αυτοσχεδιασμοί, ηχογραφήσεις σε μικρά στούντιο της Νέας Υόρκης, χωρίς διαρροές. Παράλληλα, ο Bowie δούλευε το θεατρικό Lazarus, σαν να ήθελε να κλείσει όλους τους κύκλους ταυτόχρονα. Όταν πλέον γνώριζε ότι η ασθένεια ήταν τελική, δεν σταμάτησε. Επιτάχυνε. Δεν ήθελε απλώς να μιλήσει για τον θάνατο. Ήθελε να τον εντάξει στη διαδικασία. Να τον κάνει παρόντα. Συνεργό. Όχι ως φόβο, αλλά ως δομικό στοιχείο της δημιουργίας.

Το βίντεο του Blackstar μοιάζει με επιτάφιο όραμα. Ένας νεκρός αστροναύτης κάτω από έναν μαύρο ήλιο, τελετουργίες, σύμβολα, αποσπάσματα ζωής και αποσύνθεσης. Εκεί, ο Major Tom, η πρώτη του περσόνα, βρίσκει την τελική του κατοικία. Ο κύκλος κλείνει.

Το δώρο μιας «καλής εξόδου»

Το Blackstar δεν είναι άλμπουμ θανάτου. Είναι άλμπουμ ζωής που γνωρίζει το τέλος της. Πάλλεται, κινείται, αντιστέκεται. Είναι ίσως το πιο κοντινό που έφτασε ποτέ η free jazz στην ποπ χωρίς να χάσει τη δύναμή της. Και ταυτόχρονα, ένα μάθημα ελέγχου της αφήγησης, πώς ένας καλλιτέχνης μπορεί να μετατρέψει το αναπόφευκτο σε έργο. Δεν είδαμε τα σημάδια; Ίσως γιατί δεν θέλαμε. Ίσως γιατί ο Bowie μάς είχε μάθει να τον βλέπουμε πάντα μπροστά από την εποχή του, ποτέ στο τέλος της.

Τελικά, δεν έγραψε απλώς το τελευταίο του άλμπουμ. Σκηνοθέτησε τον τρόπο με τον οποίο θα τον θυμόμαστε. Και μας άφησε κάτι σπάνιο. Όχι απλώς έναν μεγάλο αποχαιρετισμό, αλλά την αίσθηση ότι, ακόμα και φεύγοντας, είχε τον απόλυτο έλεγχο της σκηνής.