Skip to main content

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της δεκαετίας του ’80, η μουσική δεν ήταν απλώς μουσική. Ήταν ύποπτη. Ήταν κοινωνικό σύμπτωμα. Ήταν, για πολλούς, ένας αόρατος εχθρός που διείσδυε στο παιδικό δωμάτιο χωρίς άδεια, παρακάμπτοντας γονείς, σχολεία και εκκλησίες. Αν η εποχή αναζητούσε έναν αποδιοπομπαίο τράγο για την εφηβική απελπισία, τον βρήκε σε δίσκους βινυλίου, παραμορφωμένες κιθάρες και φωνές που δεν τραγουδούσαν για έρωτα. Τον Δεκέμβριο του 1985, σε μια μικρή πόλη της Νεβάδα, δύο νεαροί άντρες, ο Raymond Belknap και ο James Vance, πέρασαν ένα ολόκληρο απόγευμα πίνοντας αλκοόλ, καπνίζοντας μαριχουάνα και ακούγοντας επανειλημμένα το Stained Class των Judas Priest. Το βράδυ, πήγαν σε μια παιδική χαρά δίπλα σε εκκλησία και πυροβόλησαν τον εαυτό τους με καραμπίνα. Ο Belknap πέθανε ακαριαία. Ο Vance επέζησε, βαριά παραμορφωμένος. Οι ζωές τους, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ήταν ήδη σημαδεμένες από οικογενειακή βία, αλκοολισμό, αποτυχία στο σχολείο, επαναλαμβανόμενες φυγές από το σπίτι και προηγούμενες απόπειρες αυτοκτονίας. Ήταν, με κάθε κοινωνιολογικό μέτρο, νέοι σε βαθιά κρίση. Όμως αυτή η εξήγηση δεν βόλευε κανέναν. Αντί να στραφεί το βλέμμα στις συνθήκες, στράφηκε στον ήχο.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι οικογένειες κατηγόρησαν τους Judas Priest —και τη δισκογραφική τους, CBS— ότι ευθύνονταν για τον θάνατο του Belknap. Όχι για τους στίχους, αυτοί προστατεύονταν από την Πρώτη Τροπολογία. Αλλά για κάτι πιο σκοτεινό, πιο υπόγειο: υποσυνείδητα μηνύματα, κρυμμένα μέσα στο τραγούδι Better by You, Better than Me. Αν γύριζες τη μουσική ανάποδα, έλεγαν, ακουγόταν επανειλημμένα η φράση “Do it”.

Η ιδέα ότι ένας δίσκος θα μπορούσε να παρακάμψει τη συνείδηση και να φυτέψει μια εντολή αυτοκτονίας στο μυαλό ενός ακροατή ακουγόταν επιστημονική ή τουλάχιστον έτσι παρουσιαζόταν. Στην πραγματικότητα, ακουμπούσε σε ένα μείγμα φόβου, ηθικού πανικού και ψευδοεπιστήμης που χαρακτήριζε εκείνη την Αμερική. Ήταν η εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν, αλλά και μια από τις ελάχιστες στιγμές όπου η πολιτική διαφωνία υποχώρησε μπροστά στον κοινό φόβο για τη «διαφθορά της νεολαίας». Την ίδια στιγμή, το Parents Music Resource Center (PMRC), με πρωτοβουλία της Tipper Gore, δημοσιοποιούσε τη λίστα “Filthy Fifteen”, μετατρέποντας την ανησυχία για τη μουσική σε θεσμική πίεση προς τη βιομηχανία, να υιοθετήσει προειδοποιητική σήμανση για περιεχόμενο που θεωρούνταν ακατάλληλο για ανηλίκους — μια διαδικασία που οδήγησε στη σταδιακή καθιέρωση του γνωστού πλέον Parental Advisory. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ιδέα ότι ένας δίσκος θα μπορούσε να γίνει ηθικός κίνδυνος έμοιαζε λιγότερο υπερβολική απ’ όσο θα φαινόταν σε άλλη εποχή.

Η δίκη ξεκίνησε το 1990 στο Reno και κράτησε έξι εβδομάδες. Οι Judas Priest διέκοψαν περιοδεία, κατέθεσαν σε ένα δικαστήριο γεμάτο κασετόφωνα, τεχνικούς ήχου και «ειδικούς» που άκουγαν αποσπάσματα μουσικής ξανά και ξανά, κομμένα σε μικρά, ηχητικά αποσπάσματα. Ένας από τους βασικούς μάρτυρες κατηγορίας, παρουσιαζόμενος ως ειδικός στην ακουστική, αποκαλύφθηκε αργότερα ότι ήταν θαλάσσιος βιολόγος. Η πιο σουρεαλιστική στιγμή ήρθε όταν ο Rob Halford, ντυμένος με κοστούμι αντί για τα δερμάτινα, τραγούδησε a cappella το τραγούδι στο δικαστήριο. Εκεί, για μια στιγμή, φάνηκε πως ακόμα και ο δικαστής αναρωτήθηκε πώς ακριβώς κατέληξε η αμερικανική Δικαιοσύνη να αναλύει ανάσες ανάμεσα σε στίχους heavy metal.

Η απόφαση αθώωσε το συγκρότημα. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε πρόθεση, ούτε αποδείξεις για συνειδητή ενσωμάτωση μηνυμάτων. Παρ’ όλα αυτά, η διατύπωση της απόφασης άφηνε ένα επικίνδυνο παράθυρο ανοιχτό: δεν απέκλειε ρητά την πιθανότητα η μουσική να προκαλέσει βία. Ήταν μια αθώωση χωρίς κάθαρση. Για τους Judas Priest, η ζημιά είχε ήδη γίνει. Για το heavy metal, επίσης. Η δίκη ενίσχυσε την ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να σταθεί στο εδώλιο ως ύποπτη για τα κοινωνικά αδιέξοδα που αδυνατούμε να αντιμετωπίσουμε αλλιώς. Όπως θα έλεγε αργότερα ο Halford, «είμαστε στη μουσική για να περνάει ο κόσμος καλά όχι για να πεθαίνει». Αλλά η κοινωνία σπάνια ακούει τη μουσική όταν έχει ήδη αποφασίσει ποιος φταίει.

Αυτό που έμεινε δεν ήταν η επιστημονική αλήθεια, ούτε η δικαστική δικαίωση. Ήταν ένα πολιτισμικό αποτύπωμα. Η στιγμή που ο φόβος ντύθηκε με τη γλώσσα της επιστήμης και κάθισε απέναντι από μια μπάντα στο δικαστήριο. Και η υπενθύμιση ότι, όταν δεν αντέχουμε να κοιτάξουμε κατάματα την ψυχική οδύνη, προτιμάμε να ακούσουμε έναν δίσκο ανάποδα.