Στην αμερικανική πολιτική παράδοση, το σκάνδαλο προϋπέθετε πάντοτε ένα στοιχείο αποκάλυψης. Κάτι που έπρεπε να αποσπαστεί από το σκοτάδι, κάτι που ερχόταν σε σύγκρουση με το δημόσιο πρόσωπο της εξουσίας. Ακόμη και όταν οι κανόνες παραβιάζονταν, η προσποίηση συμμόρφωσης λειτουργούσε ως στοιχειώδης άμυνα του θεσμικού συστήματος. Στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, αυτή η άμυνα έχει εκλείψει. Η ουσία της ιστορίας δεν βρίσκεται απλώς στο ότι, μέσα σε έναν μόλις χρόνο επιστροφής στην εξουσία, η οικογένεια Τραμπ συνδέθηκε με οικονομικά οφέλη που αποτιμώνται συνολικά σε επίπεδα άνω των τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ουσιώδες βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η εκμετάλλευση της Προεδρίας δεν χρειάστηκε ποτέ να μεταμφιεστεί. Δεν παρουσιάστηκε ως παρέκκλιση, ούτε ως ατυχές παραστράτημα. Αντιθέτως, ενσωματώθηκε πλήρως στον δημόσιο λόγο, στη γλώσσα της αγοράς, στη ρητορική της επιχειρηματικότητας. Η διαφάνεια, αντί να λειτουργήσει αποτρεπτικά, έγινε μέθοδος.
Η οικονομική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε γύρω από την οικογένεια Τραμπ στη διάρκεια της δεύτερης θητείας του δεν θυμίζει την παραδοσιακή εικόνα της διαφθοράς. Δεν βασίζεται στη μυστικότητα, ούτε σε υπόγειες διαδρομές. Μοιάζει περισσότερο με μια παράλληλη αγορά ισχύος, απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τη σύγχρονη χρηματοοικονομική κουλτούρα. Νεοφυείς επιχειρήσεις, τεχνολογικά προϊόντα, «στρατηγικές συνεργασίες», ρόλοι συμβούλων και συμβολικά κεφάλαια αξιοπιστίας. Όλα δημόσια. Όλα τεχνικά περιγεγραμμένα. Όλα εξαρτημένα από την εγγύτητα με την εκτελεστική εξουσία.
Σε άλλες εποχές, αυτή η σύγκλιση πολιτικής και αγοράς θα προκαλούσε έντονη θεσμική αντίδραση. Σήμερα, συχνά αντιμετωπίζεται ως φυσική εξέλιξη. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εξουσία. Δεν είναι πλέον ένας χώρο περιορισμών και αυτοσυγκράτησης, αλλά ένας κόμβο αξίας. Η σύγκρουση συμφερόντων δεν αποκρύπτεται αλλά επαναπροσδιορίζεται ως επιχειρηματική δραστηριότητα.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση παίζει η τεχνοκρατική γλώσσα. Όροι όπως «καινοτομία», «ευρεία αποδοχή από επενδυτές και αγορές» και «χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική» λειτουργούν εξαγνιστικά. Μετατοπίζουν τη συζήτηση από την ηθική στο πεδίο της τεχνικής επάρκειας. Όταν η πολιτική επιρροή παρουσιάζεται ως προϊόν, η κριτική μοιάζει αναχρονιστική, όταν περιγράφεται ως αγορά, η λογοδοσία διαχέεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το κοινό αγνοεί τι συμβαίνει. Σημαίνει ότι έχει πάψει να αιφνιδιάζεται. Ο Τραμπ φαίνεται να έχει κατανοήσει αυτή την κόπωση με εντυπωσιακή ακρίβεια. Δεν την αντιμετωπίζει ως απειλή, αλλά ως δεδομένο. Σε ένα περιβάλλον όπου η αντίδραση έχει αμβλυνθεί, η διαφάνεια παύει να είναι ρίσκο. Γίνεται στρατηγική. Έτσι διαμορφώνεται ένα νέο, άρρητο κοινωνικό συμβόλαιο. Η Προεδρία δεν παρουσιάζεται ως θεσμός αυτοπεριορισμού, αλλά ως πλατφόρμα. Όσοι συνδέονται με αυτήν, εταιρείες, επενδυτές, κράτη, δεν χρειάζεται να ζητήσουν ρητές εξυπηρετήσεις. Αρκεί η εγγύτητα. Η δυνατότητα να βρίσκονται κοντά σε μια εξουσία που δεν αισθάνεται την ανάγκη να διαχωρίσει καθαρά το δημόσιο από το ιδιωτικό.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν αυτή η κατάσταση είναι ηθικά αποδεκτή. Η ηθική καταγγελία έχει χάσει τη δύναμή της ως πολιτικό εργαλείο. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν πρόκειται για εξαίρεση ή για πρότυπο. Αν είναι το δεύτερο, τότε το ζήτημα υπερβαίνει τον Τραμπ και αφορά το μοντέλο εξουσίας που διαμορφώνεται διεθνώς. Ένα μοντέλο στο οποίο η διαφάνεια δεν εγγυάται λογοδοσία, η δημοσιότητα δεν συνεπάγεται κόστος και η πολιτική συγχωνεύεται ομαλά με την αγορά. Σε αυτό το πλαίσιο, τα μεγέθη χάνουν τη σημασία τους. Το πραγματικό γεγονός είναι η στιγμή που η εξουσία έπαψε να χρειάζεται να κρυφτεί και κανείς δεν απαίτησε να το κάνει.





