Χθες στο Παλλάς, η πολιτική επέστρεψε με τον τρόπο που μόνο η ελληνική πολιτική σκηνή ξέρει να επιστρέφει: ως ένα déjà-vu που αυτοσυστήνεται ως νέο. Ο Αλέξης Τσίπρας — σαν φάντασμα που αρνείται να καταλάβει πως δεν είναι πια πρωθυπουργός — ανέβηκε στη σκηνή, άναψε τα φώτα και μας ανακοίνωσε ότι το ταξίδι δεν τελείωσε. Όχι, ρε γαμώτο. Δεν τελειώνει ποτέ. Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο σε αυτά που είπε, αλλά και στο κοινό που τις άκουγε, ανθρώπους που εξακολουθούν να επιθυμούν μια αφήγηση που θα τους εξηγήσει το νόημα των προσπαθειών τους. Η Ελλάδα έχει γίνει μια χώρα όπου ο πολιτικός λόγος βρίσκεται μονίμως σε απόσταση από την καθημερινότητα. Ενώ οι πολίτες ανησυχούν για ενοίκια, μισθούς, υποδομές, η δημόσια συζήτηση επιστρέφει στις μεγάλες ιστορίες: ελπίδα, επιστροφή, αναγέννηση. Αυτές οι ιστορίες έχουν μεγάλη αξία, γιατί οι άνθρωποι δεν ζουν μόνο από αριθμούς. Ζουν και από νοήματα.
Το πρόβλημα είναι ότι το νόημα δεν κατασκευάζεται μόνο με δηλώσεις, αλλά με ικανότητα και σταθερότητα. Ο Τσίπρας χθες έδειξε αυτοπεποίθηση. Όμως η αυτοπεποίθηση χωρίς αυτογνωσία, μοιάζει με καπετάνιο που ξέρει να μιλάει για τον προορισμό, αλλά όχι να αποφεύγει τα ρηχά νερά. Ο Αλέξης Τσίπρας είπε χθες ότι δεν είναι «αμετανόητος», είναι «περήφανος». Εντάξει, μας έστειλες. Στη δική μας καθημερινότητα πάντως, το να επιμένεις ότι έκανες τα σωστά πράγματα, χωρίς να εξηγείς πώς ακριβώς βελτιώθηκε η ζωή μας, λέγεται αλλιώς: άρνηση πραγματικότητας.
Ο Αλέξης Τσίπρας μπήκε χθες στο θέατρο Παλλάς, σαν ροκ σταρ που δεν κατάλαβε ότι η μπάντα έχει διαλυθεί εδώ και χρόνια και ανέμιζε την «Ιθάκη» σαν μαγικό χαρτί που μπορεί να μεταμορφώσει το παρόν. Αλλά πλέον όλοι ξέρουμε πια το κόλπο. Όσο πιο σκατά είναι το παρόν, τόσο πιο μεγαλόπρεπα μιλάς για το μέλλον. Μια πολιτική αλχημεία, να κάνεις τους χειρότερους φόβους να μοιάζουν με πλοίο που φεύγει για κάπου καλύτερα. Ο Τσίπρας μίλησε για περηφάνια, για εποχές μάχης, για μια ελπίδα που ακόμα αναπνέει. Σαν πιλότος που έριξε ήδη το αεροπλάνο και τώρα υπόσχεται καλύτερη προσγείωση. «Δεν είμαι αμετανόητος», είπε. Κι εγώ γελούσα. Γιατί αν δεν είσαι αμετανόητος όταν κυβερνάς έναν λαό που τρώει ληγμένα όνειρα, τότε τι διάολο είσαι;
Εκείνη την ώρα, σκέφτηκα πως το μεγαλύτερο πρόβλημα μας τελικά, δεν είναι ο Τσίπρας. Ούτε ο Μητσοτάκης. Ούτε οι στρατιές από χαρτογιακάδες, που μιλάνε στα τηλεοπτικά πάνελ και προσπαθούν να μας κάνουν πλύση εγκαφάλου. Το πρόβλημα είναι η ατελείωτη επιθυμία των πολιτικών να ξαναγράψουν την ίδια ιστορία με διαφορετικό εξώφυλλο και την ίδια γαμημένη πλοκή. Και για να μην κοροιδευόμαστε: Η Ιθάκη δεν υπάρχει. Είναι το LSD της πολιτικής. Μια ψευδαίσθηση που σε κρατάει όρθιο ενώ το πλοίο έχει ήδη χαθεί. Την αλήθεια θέλουμε κύριε Τσίπρα, και όχι αυτή τη συννενοημένη που σεργιανάει στις τηλεοράσεις. Και η αλήθεια, αν δεν την έχεις καταλάβεις ως πρώην πρωθυπουργός, είναι απλή, ξεκάθαρη, και ανελέητη: Δεν χρειαζόμαστε άλλο Οδυσσέα. Χρειαζόμαστε έναν να μην βυθίζει το καράβι. Τόσο απλά. Τόσο δύσκολα.
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Η αριστερά στην Ελλάδα — όπως παντού στη Δύση — παλεύει να ορίσει ξανά τον εαυτό της. Θέλει να είναι προοδευτική, αλλά φοβάται την τεχνοκρατία. Θέλει να είναι ριζοσπαστική, αλλά φοβάται την ευθύνη. Θέλει να εμπνεύσει, αλλά δεν έχει απαντήσεις για τη ζωή μετά τον πληθωρισμό. Ίσως για αυτό οι ηγέτες της επιστρέφουν στα σύμβολα της λογοτεχνίας. Είναι πιο εύκολο να μιλήσεις για την Ιθάκη παρά να απαντήσεις στην ερώτηση που καίει: πώς θα βελτιωθεί η καθημερινότητα ενός ανθρώπου που έχει περιορίσει τα όνειρά του στην ιδέα ότι δεν θέλει να χρωστάει στο τέλος του μήνα;
Η πολιτική είναι απαραίτητη όχι για να μας πείσει ότι μπορούμε να ταξιδέψουμε ξανά, αλλά για να μας εξασφαλίσει πως αυτό το ταξίδι θα έχει αξία. Ότι δεν θα κάνουμε κύκλους. Ότι η Ιθάκη δεν θα είναι απλώς μια ωραία λέξη. Αν αυτή η χώρα είναι Οδύσσεια, εγώ κατεβαίνω εδώ. Κρατήστε την Ιθάκη, σπάστε τα κουπιά,
κάψτε το χάρτη. Ίσως η μόνη ελπίδα μας είναι να σταματήσουμε αυτό το ταξίδι.
Και σε τελική ανάλυση, ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο πολιτικό μυστήριο της εποχής μας:
Αν ο προορισμός είναι πράγματι μπροστά μας, γιατί νιώθουμε διαρκώς ότι απομακρυνόμαστε; Πώς γίνεται αυτοί που μας κυβερνούν να μην χρειάζεται ποτέ να φτάσουν κάπου;
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





