Skip to main content

Τα περισσότερα ατυχήματα δεν ξεκινάνε με τη σύγκρουση. Ξεκινάνε ένα δευτερόλεπτο πριν, όταν κάποιος κάνει ένα μικρό λάθος σε έναν δρόμο που δεν συγχωρεί κανένα. Ένα παιδί πάνω σε πατίνι, ένα αυτοκίνητο που δεν κόβει, ένας δρόμος που δεν συγχωρεί. Μετά έρχεται η σύγκρουση. Και μετά όπως πάντα έρχεται η ανάγκη να βρούμε έναν ένοχο που να χωράει εύκολα σε μια πρόταση. Και τον βρίσκουμε. Ο συνήθης ύποπτος

Οι δύο ρόδες.

Η εποχή της πατινοαπαγόρευσης δεν είναι τίποτα άλλο από μια προσπάθεια να κάνουμε τον φόβο διαχειρίσιμο. Να του δώσουμε σχήμα, όνομα, όριο. Να πούμε «αυτό φταίει» και να τελειώσουμε. Γιατί αν δεν φταίει αυτό τότε αρχίζουν τα δύσκολα. Τότε πρέπει να κοιτάξεις γύρω σου και να παραδεχτείς ότι το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, πιο παλιό και πολύ πιο κοντά σου απ’ όσο αντέχεις.

Η απαγόρευση που συζητιέται αφορά τους ανηλίκους. Και ναι, σε ένα επίπεδο είναι αυτονόητη. Ένα παιδί δεν μπορεί να κινείται με ταχύτητες που δεν καταλαβαίνει μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν συγχωρεί λάθη. Αλλά αν αυτή είναι η βασική απάντηση, τότε δεν λύνεις το πρόβλημα. Απλώς το μετακινείς. Γιατί οι δρόμοι παραμένουν ίδιοι. Οι συνθήκες ίδιες. Η συμπεριφορά ίδια.

Γιατί το πατίνι δεν μπήκε σε μια κανονική πόλη. Μπήκε σε ένα περιβάλλον που ήδη λειτουργούσε λάθος. Σε δρόμους που έχουν μάθει να ανήκουν στον πιο γρήγορο. Σε οδηγούς που δεν κόβουν ταχύτητα, απλώς δοκιμάζουν αν θα τους βγει. Σε πεζοδρόμια που σε αναγκάζουν να κατέβεις στον δρόμο και να πάρεις την ευθύνη πάνω σου. Το πατίνι απλώς ήρθε και τα έβγαλε όλα αυτά στην επιφάνεια, σαν να σήκωσε ένα χαλί που κρύβαμε χρόνια τη βρωμιά από κάτω. Και δεν μας άρεσε αυτό που είδαμε. Οπότε κάνουμε αυτό που ξέρουμε. Απαγορεύουμε.

Η απαγόρευση έχει κάτι παρήγορο. Σου δίνει την αίσθηση ότι μπήκε μια τάξη. Ότι κάποιος πήρε μια απόφαση, ότι κάτι διορθώθηκε. Στην πραγματικότητα απλώς μετακινείς το πρόβλημα λίγα μέτρα πιο πέρα. Το βγάζεις από τον δρόμο και το ρίχνεις στον πεζόδρομο, στην πλατεία, στο επόμενο σημείο που δεν είναι έτοιμο να το δεχτεί. Δεν το λύνεις. Το σπρώχνεις. Και αυτό το έχουμε ξαναδεί.

Το έχουμε δει με τους ποδηλάτες που έγιναν «εμπόδιο». Με τους πεζούς που έπρεπε να προσαρμοστούν. Με οποιονδήποτε δεν κινείται με τον τρόπο που βολεύει την πόλη όπως είναι σήμερα. Η πόλη δεν αλλάζει. Ζητά από εσένα να αλλάξεις. Και αν δεν μπορείς σε βγάζει εκτός.

Γι’ αυτό και το πατίνι είναι τόσο ενοχλητικό. Δεν είναι μόνο ένα μέσο. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάτι δεν δουλεύει. Ότι ο δρόμος δεν είναι ουδέτερος χώρος, αλλά ένα σύστημα που ευνοεί συγκεκριμένες συμπεριφορές και τιμωρεί άλλες. Ότι η ασφάλεια εδώ μέσα δεν είναι δικαίωμα, είναι αποτέλεσμα τύχης και αντανακλαστικών. Και τότε έρχεται το πιο άβολο σημείο. Δεν φταίει μόνο το κράτος.

Φταίει ο τρόπος που οδηγούμε. Ο τρόπος που κινούμαστε. Ο τρόπος που έχουμε μάθει να διεκδικούμε χώρο σαν να είναι μάχη. Φταίει που το κράνος είναι προαιρετικό στη συνείδηση, που ο κανόνας είναι κάτι που εφαρμόζεται όταν σε βλέπουν, που το «έλα μωρέ» είναι πιο ισχυρό από οποιαδήποτε νομοθεσία. Αν δεν αλλάξει αυτό μπορείς να απαγορεύσεις ότι θέλεις.

Τα ατυχήματα δεν θα σταματήσουν. Απλώς θα αλλάξουν μορφή.

Γιατί ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στο πατίνι. Βρίσκεται στη συνάντηση. Στο σημείο που όλα αυτά τα διαφορετικά πράγματα -ταχύτητες, ηλικίες, αντιλήψεις- πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο χωρίς κανένα φίλτρο. Και εκεί, για ένα δευτερόλεπτο όλα εξαρτώνται από την τύχη. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Και αυτό δεν απαγορεύεται. Φτιάχνεται.

Με δρόμους που δεν σε βάζουν να μαντεύεις ποιος έχει προτεραιότητα. Με κανόνες που ισχύουν και όχι απλώς ανακοινώνονται. Με μια πόλη που αναγνωρίζει ότι δεν ανήκει μόνο σε έναν τύπο μετακίνησης. Με μια κουλτούρα που δεν θεωρεί την επιθετικότητα προϋπόθεση επιβίωσης. Αλλά αυτά θέλουν χρόνο. Θέλουν δουλειά. Θέλουν να παραδεχτείς ότι τόσα χρόνια το έκανες λάθος. Για αυτό είναι πιο εύκολο να πεις «απαγορεύεται».

Και έτσι συνεχίζουμε όπως πριν, σε μια πόλη που δεν αλλάζει απλώς μετακινεί το πρόβλημα. Σε μια πόλη που συνεχίζει να κινείται όπως πριν, απλώς με λίγο λιγότερα πατίνια και καθόλου λιγότερο κίνδυνο. Μέχρι την επόμενη φορά. Μέχρι το επόμενο δευτερόλεπτο πριν τη σύγκρουση.

Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ οι δύο ρόδες. Είναι ο τρόπος που έχουμε μάθει να μην σταματάμε.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

rodrogues