Στις 25 Νοεμβρίου 2020, η είδηση κυκλοφόρησε σαν σεισμός. O Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα πέθανε από ανακοπή καρδιάς, στα 60 του. Σε ελάχιστες ώρες, τα γήπεδα στην Αργεντινή άναψαν τους προβολείς τους, η σορός του εκτέθηκε στο προεδρικό μέγαρο, κηρύχθηκαν τρεις ημέρες εθνικού πένθους. Η λέξη «θεός» ακούστηκε χωρίς εισαγωγικά. Πέντε χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Αυτό έχει κριθεί. Ο Μαραντόνα παραμένει στις λίστες των κορυφαίων όλων των εποχών, από τη FIFA μέχρι τα μεγάλα διεθνή media, συνήθως δίπλα ή λίγο πίσω από τον Πελέ και, για αρκετούς, πάνω απ’ όλους. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: τι σημαίνει ακόμη ο Μαραντόνα για τον κόσμο το 2025; Γιατί οι τοιχογραφίες του συνεχίζουν να ξεφυτρώνουν σε Νάπολη και Μπουένος Άιρες, γιατί πανεπιστήμια οργανώνουν συνέδρια γι’ αυτόν, γιατί ακόμη και οι δίκες γύρω από τον θάνατό του ανοίγουν ξανά;
Ο Μαραντόνα ως ποδοσφαιρικό μέτρο σύγκρισης
Πέντε χρόνια μετά, στο καθαρά ποδοσφαιρικό επίπεδο, ο Μαραντόνα παραμένει μονάδα μέτρησης. Στις στατιστικές και τα βραβεία, το βιογραφικό είναι γνωστό. Παγκόσμιο Κύπελλο το 1986, τέσσερις συμμετοχές σε Μουντιάλ, δύο πρωταθλήματα Ιταλίας με τη Νάπολι, τίτλοι σε Αργεντινή και Ευρώπη. Στις λίστες των «100 κορυφαίων» βρίσκεται σταθερά στην κορυφή ή στο top-3. Από τη FIFA Player of the Century (από κοινού με τον Πελέ) μέχρι σύγχρονες ψηφοφορίες και αναλύσεις περιοδικών όπως το FourFourTwo και μεγάλων sites.

Αλλά η θέση του δεν κρίνεται μόνο από αριθμούς. Η συζήτηση για το αν είναι «ο μεγαλύτερος όλων των εποχών» δεν αφορά μόνο το τι έκανε, αλλά το πώς το έκανε. Σε εποχές με πιο σκληρό ποδόσφαιρο, λιγότερη προστασία, χωρίς VAR, χωρίς υπερσύγχρονη φυσική προετοιμασία. Στο σύγχρονο, αποστειρωμένο high-performance ποδόσφαιρο των brands και των data, ο Μαραντόνα λειτουργεί πια σαν σύμβολο του «βρώμικου», ανθρώπινου μεγαλείου. Μια υπενθύμιση ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο σύστημα, είναι και ένστικτο, είναι και αταξία, είναι και ρίσκο.
Νάπολη: η πόλη που ακόμη λατρεύει τον «θεό της»
Αν υπάρχει ένα μέρος όπου ο Μαραντόνα συνεχίζει να ζει σχεδόν κυριολεκτικά στο αστικό τοπίο, αυτό είναι η Νάπολη. Στα στενά στη San Giovanni a Teduccio, σε γειτονιές γύρω από το γήπεδο, οι τοιχογραφίες του συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται είτε σε κλίμακα πολυκατοικίας (όπως η μνημειώδης δουλειά του Jorit Agoch), είτε σε μικρά αυτοσχέδια εικονοστάσια με κεριά και φανέλες. Η εικόνα του Ντιέγκο λειτουργεί ως «οπτικός κώδικας» ταύτισης, ένας τρόπος για τις εργατικές συνοικίες να διεκδικούν συλλογική αξιοπρέπεια απέναντι στον πλούσιο, περιφρονητικό Βορρά.

Τον Οκτώβριο του 2025, για τα 65 χρόνια από τη γέννησή του, ένα άγαλμά του βγήκε σε «περιφορά» πάνω σε αυτοκίνητο βαμμένο στα χρώματα της Νάπολι κι έκανε τον γύρο της πόλης. Οι κάτοικοι μιλούσαν στις κάμερες σαν να ήταν ζωντανός: «Δεν είναι νεκρός. Το σώμα του πέθανε, η ψυχή του ζει μέσα μας.» Σήμερα, το όνομά του είναι στο ίδιο το γήπεδο (Stadio Diego Armando Maradona), σε μουσεία, σε τουριστικές ξεναγήσεις που ακολουθούν τα «πατήματα» του Ντιέγκο στην Ιταλία. Πέντε χρόνια μετά, για τη Νάπολη ο Μαραντόνα δεν είναι παρελθόν· είναι το μόνιμο παρόν ενός μύθου που προσφέρει κοινωνική λύτρωση σε μια πόλη που πάντα ένιωθε δεύτερη.
Από τη Βίγια Φιορίτο στο αμφιθέατρο της Οξφόρδης
Στην Αργεντινή, ο Ντιέγκο είναι κάτι παραπάνω από εθνικός ήρωας. Είναι πεδίο μελέτης. Κυριολεκτικά. Ήδη από τα ’90s εμφανίζεται η «Μαραντονική Εκκλησία» (Iglesia Maradoniana), με βαφτίσια, «Θεο-λογικές» τελετές, Χριστούγεννα στα γενέθλιά του και δέκα «εντολές», μια ειρωνική αλλά ταυτόχρονα τρυφερή θεοποίηση του D10S. Τα τελευταία χρόνια, όμως, το φαινόμενο περνά και στην ακαδημαϊκή σφαίρα. Άρθρο που χαρτογραφεί τα «Maradonian studies» δείχνει πώς ο Μαραντόνα έχει γίνει αντικείμενο σοβαρής έρευνας σε σχέση με την εθνική ταυτότητα, τη λαϊκή κουλτούρα και τις πολιτικές δυναμικές στην Αργεντινή.
Η τήβεννος, και το μπαλάκι του γκολφ να κάνει γκελάκια πάνω στο αριστερό πόδι του Μαραντόνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας το 1995, υπήρξε για δεκαετίες η χαρακτηριστική σκηνή εκείνης της απίθανης συνάντησης ανάμεσα στην ακαδημαϊκή ελίτ και το λαϊκό είδωλο. Μια ανεξίτηλη εικόνα. Τώρα, ακριβώς 30 χρόνια αργότερα, με τον Μαραντόνα να μην ζει πια, η επαφή αυτών των δύο κόσμων που έμοιαζαν ασύμβατοι, έχει μετατραπεί σε δημιουργική οικειότητα. Και η μορφή του Μαραντόνα υπήρξε στο επίκεντρο, ενός διεθνούς πανεπιστημιακού συνεδρίου για πρώτη φορά. Στις 9 Νοεμβρίου 2025, το Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες διοργάνωσε το πρώτο διεθνές πανεπιστημιακό συνέδριο αποκλειστικά αφιερωμένο στον Μαραντόνα, με περισσότερους από 200 ομιλητές, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, δημοσιογράφους, συγγραφείς, φεμινίστριες, ερευνητές πολιτισμικών σπουδών. Εκεί ο Μαραντόνα παρουσιάστηκε ως «λαϊκός υπερ-ήρωας», αλλά και ως αντιφατική φιγούρα, που δεν πρέπει να αγιοποιείται άκριτα ούτε να δαιμονοποιείται απλοϊκά.

Ορισμένοι πανεπιστημιακοί υπογραμμίζουν ότι το ’86, στην αρχή της δημοκρατικής μετάβασης της χώρας μετά τη χούντα, ο Μαραντόνα πρόσφερε στιγμές «συλλογικής κοινότητας», ένα σπάνιο αίσθημα ενότητας σε μια κοινωνία βαθιά τραυματισμένη. Σήμερα, λοιπόν, στην Αργεντινή ο Μαραντόνα σημαίνει τρία πράγματα ταυτόχρονα:
Μνήμη ταξικής ανόδου. Από τις παραγκουπόλεις στο παγκόσμιο βάθρο.
Σύμβολο αντίστασης. Απέναντι σε στρατιωτικές χούντες, αγγλικό ιμπεριαλισμό, διεθνείς ομοσπονδίες.
Αντικείμενο κριτικής. Γύρω από τον μισογυνισμό, τις εξαρτήσεις, τη βία της ανδρικής «ματσίλας»

Πολιτική, αντι-ιμπεριαλισμός και «δημόσια διπλωματία»
Πέρα από το ποδόσφαιρο, ο Μαραντόνα παραμένει επίκαιρος λόγω της πολιτικής του στάσης. Ακαδημαϊκές μελέτες αναλύουντον τρόπο που ο Ντιέγκο χρησιμοποίησε τη δημόσια εικόνα του για να ακουστούν λαϊκές, αντισυστημικές φωνές, θολώνοντας τη γραμμή ανάμεσα στον σταρ των media και στον πολιτικό συμβολισμό. Νεότερη έρευνα για τον Μαραντόνα και τη «public diplomacy» δείχνει ότι δεν ήταν απλώς μια διασημότητα. Έβλεπε τον εαυτό του ως μέρος ενός παγκόσμιου αγώνα «για ελευθερία απέναντι στην κυριαρχία και για αξιοπρέπεια απέναντι στην ταπείνωση».

Στους λόγους και τις δημόσιες εμφανίσεις του ήταν σταθερά αντι-ιμπεριαλιστής. Φιλικά προσκείμενος στον Κάστρο, τον Τσάβες, τον Μαδούρο, σκληρός επικριτής των ΗΠΑ, του ΔΝΤ, του Βατικανού (μέχρι να συμφιλιωθεί με τον Πάπα Φραγκίσκο). Αρθρογράφοι τον περιγράφουν ως «αντάρτη» και «παραβάτη», με πνεύμα επαναστατικό και μυαλό παράνομου, έναν σταρ που καθόριζε τον εαυτό του μέσα από τη σύγκρουση με την εξουσία. Το 2025, σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι κορυφαίοι αθλητές αποφεύγουν την πολιτική ρητορική, ο Μαραντόνα λειτουργεί σαν παράδειγμα του πώς ένας αθλητής μπορεί να γίνει – για καλό και για κακό – πολιτική φιγούρα, χωρίς φίλτρα και χωρίς επικοινωνιακά manual.
Η σκοτεινή κληρονομιά: δίκες, εξαρτήσεις, κριτικές
Η εικόνα του, όμως, δεν είναι αγιογραφία. Και ούτε πρέπει να είναι. Η δημόσια συζήτηση γύρω από τον θάνατό του παραμένει ανοιχτή. Στην Αργεντινή, το 2025 ακυρώθηκε ο πρώτος δικαστικός κύκλος για πιθανή ιατρική αμέλεια στη φροντίδα του και ορίστηκε νέο δικαστήριο για τον Μάρτιο του 2026, με οκτώ επαγγελματίες υγείας να αντιμετωπίζουν κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο.

Παράλληλα, ο δημόσιος λόγος γύρω από τον Μαραντόνα περιλαμβάνει πλέον κριτικές από φεμινιστικές φωνές που αναδεικνύουν τη βία, τις εξωσυζυγικές σχέσεις, την πατριαρχική συμπεριφορά. Αναλύσεις για το πώς η μυθοποίηση ενός «λαϊκού ήρωα» μπορεί να καλύψει τις ευθύνες του απέναντι σε γυναίκες και παιδιά. Ερωτήματα για το πώς τα media εκμεταλλεύτηκαν την εξάρτησή του, μετατρέποντας την κατάρρευση σε θέαμα. Πέντε χρόνια μετά, ο Μαραντόνα είναι ταυτόχρονα πηγή έμπνευσης και εργαλείο κριτικής, μια φιγούρα που επιτρέπει σε κοινωνίες να μιλήσουν για το τι σημαίνει «τοξική αρρενωπότητα», φτώχεια, δόξα, θυσία σώματος και ψυχής στο βωμό της λαϊκής λατρείας.
Γιατί ο Μαραντόνα συνεχίζει να μας αφορά;
Αν βγάλουμε προς στιγμήν από την εικόνα τα γκολ, τα πρωταθλήματα, τα τρόπαια, τι μένει; Από τα άρθρα, τις μελέτες, τις τοιχογραφίες και τα συνέδρια προκύπτει ένα κοινό σημείο. Ο Μαραντόνα σήμερα συμβολίζει τη δυνατότητα του αδύναμου να σηκωθεί απέναντι στην εξουσία, αλλά και το τίμημα αυτής της ανόδου. Για τους φτωχούς της Αργεντινής και της Νάπολης, είναι ακόμη η απόδειξη ότι «ένα από εμάς» μπορεί να φτάσει στην κορυφή, χωρίς όμως να γίνει ποτέ πραγματικά «ένας από τους ισχυρούς».

Για τους ρομαντικούς του ποδοσφαίρου, είναι η ενσάρκωση ενός παιχνιδιού που δεν ήταν ακόμα προϊόν απόλυτου ελέγχου, data analytics και corporate PR. Για τους κοινωνικούς επιστήμονες, είναι φοβερό case study για το πώς ο αθλητισμός, η πολιτική, η λαϊκή κουλτούρα και η θρησκευτική λατρεία μπλέκονται σε ένα ενιαίο, εκρηκτικό μείγμα. Για έναν κόσμο που το 2025 είναι γεμάτος κρίσεις, ανισότητες και θυμό, ο Μαραντόνα παραμένει ένας καθρέφτης. Μια ιστορία δοξασμού και αυτοκαταστροφής, που μας επιτρέπει να μιλήσουμε για τη σχέση ανάμεσα στον μύθο και τον άνθρωπο, ανάμεσα στην ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι και στην αδυναμία μας να προστατεύσουμε αυτούς που σηκώνουμε ψηλά.
Πέντε χρόνια μετά, ίσως αυτό είναι που σημαίνει περισσότερο ο Μαραντόνα για τον κόσμο. Μας θυμίζει πως το ποδόσφαιρο και η ζωή, είναι πάντα λίγο παραπάνω από αυτό που δείχνει το σκορ.





