Ο Πίτερ Αρνέτ δεν πίστεψε ποτέ στην ασφάλεια της απόστασης. Πίστεψε μόνο στο πεδίο. Στη λάσπη, στον καπνό, στη σύγχυση. Εκεί όπου ο πόλεμος δεν εξηγείται, απλώς συμβαίνει. Και εκεί έστησε όλη του τη δημοσιογραφία. Για περισσότερα από σαράντα πέντε χρόνια, ο Αρνέτ βρέθηκε στην πρώτη γραμμή 17 πολέμων: από τις ζούγκλες του Βιετνάμ μέχρι τη Βαγδάτη που βομβαρδιζόταν ζωντανά μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων τηλεθεατών. Κέρδισε Pulitzer, έγραψε ιστορία, προκάλεσε οργή, κατηγορήθηκε για «αντεθνικός», αποθεώθηκε ως πρότυπο και στο τέλος πλήρωσε ακριβά την ίδια του τη μέθοδο: να είναι πάντα εκεί. Γεννημένος στη Νέα Ζηλανδία το 1934, εγκατέλειψε το σχολείο στα 17 για να γίνει ρεπόρτερ. Όχι από ιδεολογία, αλλά από περιέργεια και δίψα για περιπέτεια. Η πρώτη του μεγάλη «τρέλα» έγινε το 1960 στο Λάος, όταν, με τα τανκς να έχουν αποκλείσει τα πάντα, βούτηξε στον ποταμό Μεκόνγκ και κολύμπησε ως την Ταϊλάνδη για να στείλει την είδηση ενός πραξικοπήματος. Το ρεπορτάζ, το διαβατήριο και λίγα χαρτονομίσματα σφιγμένα στα δόντια. Δημοσιογραφία κυριολεκτικά με το σώμα.

Το Βιετνάμ ήταν το πεπρωμένο του. Εκεί βρήκε τη φωνή του και εκεί κέρδισε το Pulitzer το 1966, όχι γιατί «πήρε θέση», αλλά γιατί αρνήθηκε να επαναλαμβάνει τις ανακοινώσεις της Ουάσινγκτον. Όταν οι στρατηγοί μιλούσαν για «φως στο τέλος του τούνελ», ο Αρνέτ έγραφε για χωριά που ισοπεδώνονταν, για στρατιώτες που περικυκλώνονταν, για πολέμους που χάνονταν σιωπηλά. Η φράση «χρειάστηκε να καταστρέψουμε την πόλη για να τη σώσουμε», που κατέγραψε το 1968 στο Μπεν Τρε, έγινε σύμβολο των αντιφάσεων του πολέμου, και της ίδιας της αμερικανικής πολιτικής. Δεν ήταν ηρωικός, ούτε κινηματογραφικός. Έμοιαζε, όπως έγραψαν, περισσότερο με σκιάχτρο παρά με πολεμιστή. Αλλά είχε κάτι σπάνιο: έβλεπε τον πόλεμο ως ανθρώπινη συντριβή, όχι ως γεωπολιτικό σκάκι. Και το έγραφε σε απλή, καθαρή γλώσσα, χωρίς στόμφο.

Μετά το Βιετνάμ, δεν «ησύχασε». Πέρασε από τη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική. Και το 1981, όταν το CNN ήταν ακόμα πείραμα, μπήκε σε ένα νέο πεδίο: τον 24ωρο τηλεοπτικό πόλεμο. Εκεί, στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, έγινε παγκόσμιο σύμβολο. Μόνος σχεδόν στη Βαγδάτη, στο ξενοδοχείο Al Rashid, μετέδιδε τηλεφωνικά ενώ οι βόμβες έπεφταν. Ήταν η πρώτη φορά που ο πόλεμος ακουγόταν ζωντανά, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, μέσα από τη φωνή ενός ανθρώπου. Τον κατηγόρησαν ότι «έπαιζε το παιχνίδι του Σαντάμ». Εκείνος απάντησε απλά: κατέγραφα ό,τι έβλεπα. Πήρε συνέντευξη από τον ίδιο τον Χουσεΐν, κατέγραψε καταφύγια που βομβαρδίστηκαν, μίλησε για άμαχους. Η δημοσιογραφία του δεν άρεσε ποτέ στους ισχυρούς, κι αυτό ήταν πάντα το πρόβλημα.

Στα όρια αυτής της φιλοσοφίας, όμως, σκάλωσε και η πτώση του. Το 1999, ένα ντοκιμαντέρ για υποτιθέμενη χρήση σαρίν στο Βιετνάμ αποδείχθηκε ανεπαρκώς τεκμηριωμένο. Το 2003, μιλώντας στην ιρακινή κρατική τηλεόραση, σχολίασε ότι το αμερικανικό πολεμικό σχέδιο «δεν λειτουργεί». Το πλήρωσε ακριβά. Απολύθηκε, στιγματίστηκε, και η καριέρα του δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά. Κι όμως, ακόμη κι έτσι, ο Πίτερ Αρνέτ παρέμεινε μια φιγούρα που δεν χωρά εύκολα σε ηθικά κουτάκια. Συνέντευξη από τον Οσάμα μπιν Λάντεν το 1997, χρόνια πριν την 11η Σεπτεμβρίου. Ρεπορτάζ από την πτώση της Σαϊγκόν, όταν όλοι οι άλλοι έφευγαν. Πάντα εκεί όταν οι κάμερες έσβηναν.
Ο Πίτερ Αρνέτ πέθανε στα 91 του, αφήνοντας πίσω του κάτι πιο σημαντικό από βραβεία: ένα διαρκές ερώτημα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας δημοσιογράφος για να πει την αλήθεια; Και πότε το να είσαι «εκεί» γίνεται επικίνδυνα κοντά στο να είσαι μέρος της ιστορίας; Ίσως η απάντηση βρίσκεται σε αυτό που έγραψε κάποτε ένας κριτικός για τα απομνημονεύματά του: η τεχνολογία αλλάζει, αλλά η δημοσιογραφία δεν χτίζεται με εργαλεία. Χτίζεται με θάρρος, ένστικτο και τη βούληση να δεις από κοντά, ακόμη κι αν αυτό σε καταστρέψει.





