«Ο Ακριθάκης δεν θα συγχωρούσε τους καλλιτέχνες που υποδουλώνονταιστην εξουσία». Με αφορμή την αναδρομική έκθεση του Ακριθάκη στο Μουσείο Μπενάκη, ο στενός του φίλος μιλά για το ποιος ήταν πραγματικά ο ιδιόμορφος ζωγράφος.
Όταν επισκέπτεται κανείς το σπίτι του συγγραφέα και ψυχιάτρου Πέτρου Αυλίδη στην Αθήνα, μπαίνει με ένα μόνο βήμα (και) στο σύμπαν του Αλέξη Ακριθάκη. Η μακρόχρονη φιλία τους, που πάει πίσω στα χρόνια που ζούσαν και οι δύο στο Δυτικό Βερολίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, «κατοικεί» στους τοίχους, όπου βρίσκουμε πίνακες και ξύλινες κατασκευές του Ακριθάκη. Τα συρτάρια αποκαλύπτουν γράμματα, κάρτες και κάθε λογής χαρτιά στα οποία ο ιδιόμορφος, όπως αυτοχαρακτηριζόταν, ζωγράφος έκανε ασταμάτητα σχέδια και τα αφιέρωνε στους φίλους του.
Με αφορμή την πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση του σημαντικού Έλληνα καλλιτέχνη στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια, που παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη, με τίτλο «Αλέξης Ακριθάκης, Μια γραμμή κύμα», σε επιμέλεια της κόρης του Χλόης Ακριθάκη και του Αλέξιου Παπαζαχαρία, συνάντησα ένα βροχερό πρωινό τον φίλο και συνοδοιπόρο του στην αντισυμβατική ζωή του Βερολίνου των ‘80s, Πέτρο Αυλίδη, στο σπίτι του.

Την περίοδο εκείνη, στο Δυτικό Βερολίνο του Τείχους, στέκι της πολυσυλλεκτικής παρέας ήταν το μαγαζί της Φώφης, γυναίκας του Ακριθάκη, η οποία είχε ανοίξει το περίφημο «Εστιατόριο», γνωστό ως Fofi’s. Εκεί σύχναζαν εμβληματικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα, ανάμεσά τους οι Francis Bacon, Heiner Müller, Jannis Kounellis, Rebecca Horn, Peter Stein, Andy Warhol, Wim Wenders και πολλοί ακόμη.

Ο Αυλίδης έχει αποτυπώσει εκείνα τα χρόνια στο «Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες…», ένα βιβλίο για τη φιλία τους με τον Ακριθάκη και τις περιπλανήσεις τους στη διαιρεμένη γερμανική πρωτεύουσα, στο «νησί» της Δύσης μέσα στο ανατολικό μπλοκ, παρατημένοι απ’ τους άλλους κι ελεύθεροι, φουλ στην επινόηση. Και στο βιβλίο του Αυλίδη, «Σοφέρ» (σ.σ.: ο συγγραφέας αναλάμβανε τις περισσότερες φορές τον ρόλο του οδηγού στις αστικές εξερευνήσεις τους), ο Ακριθάκης αποτελεί, επίσης, κεντρική μορφή.

Όλα τα βιβλία του Πέτρου Αυλίδη κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, οι οποίες έχουν κλείσει οριστικά, καθιστώντας την εύρεσή τους εξαιρετικά δύσκολη. Ο συγγραφέας, όπως λέει, ελπίζει σε κάποιο τυχαίο συμβάν που θα κάνει και πάλι τα βιβλία του διαθέσιμα στο κοινό. Από το βιβλίο του Αλέξη αλιεύσαμε το παρακάτω απόσπασμα που συγκινεί ειλικρινά, γιατί χτυπάει στη ρίζα του τι άνθρωπος ήταν ο Ακριθάκης, όταν ο αφηγητής Αυλίδης διαβάζει ξανά τα γράμματα που αντάλλασσε με τον ζωγράφο, χρόνια μετά τον θάνατό του.

«Τα διάβασα, τα ξαναδιάβασα και τον καταθυμήθηκα. Τον έβλεπα κιόλας μοναχικό και ανυπότακτο Μαντ Άλεξ, αλλά και ευάλωτο στη μιζέρια των αισχρών συστημάτων, ν’ ασχολείται καθημερινά με τα λουλούδια του, να τα φροντίζει και να τα ζωγραφίζει ανθισμένα και μαραμένα “σα τη ζωή μου, που σιγά-σιγά σκορπίζεται στον αέρα” και να σκέφτεται να φτιάξει “Μεγάλα Έργα Ανατρεπτικά”».
– Τον Αλέξη Ακριθάκη πότε τον γνωρίσατε πρώτη φορά;
Τον Ακριθάκη τον είχα ακουστά από την εποχή που ήμουν φοιτητής Ιατρικής στη Θεσσαλονίκη, καθώς είχαμε κοινούς φίλους. Όταν ήταν να πάω στο Βερολίνο, η Μάρω Καρδάκου, φίλη του Ακριθάκη και της γυναίκας του, μου είπε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να περάσω από το μαγαζί της Φώφης να γνωρίσω τον Αλέξη. Αυτό ήταν από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν πήγα στο Δυτικό Βερολίνο, το 1979. Τον γνώρισα, όμως, πραγματικά στις αρχές του 1980, όταν επέστρεψα με σκοπό να εγκατασταθώ μόνιμα και να κάνω εκεί ειδικότητα.

Ήταν ένα απόγευμα που είχα πάει στο μαγαζί την ώρα που ετοιμαζόταν να ανοίξει —πελατεία ακόμα δεν υπήρχε. Τα παιδιά που σέρβιραν τακτοποιούσαν τα τραπέζια κι εγώ κάθισα στο μπαρ για να πιω ένα χυμό και να περάσει η ώρα μου, στην ουσία. Κάποια στιγμή εμφανίζεται το Ακριθάκης, ο οποίος κοιτάει γύρω-γύρω. Είχε κι ένα μάτι που έκοβε. Το μαγαζί προφανώς άδειο, χαιρετάει τους διάφορους υπαλλήλους και έρχεται κατευθείαν στο μπαρ. «Εσένα σε έχω ξαναδεί εδώ». «Ναι, είμαι καινούριος», του απαντάω. Έτσι έγινε η επαφή και συστηθήκαμε.
– Ποια ήταν η πρώτη εντύπωσή σας για εκείνον;
Δεν μπορώ να σας, πω γιατί δεν σκεφτόμουν την εποχή εκείνη τι άνθρωπος μου φάνηκε. Ούτε τα 25 δεν είχα κλείσει. Εντύπωση μου έκαναν τα μάτια του, το βλέμμα του, το οποίο σε κοιτούσε και σε κάρφωνε· σε σκάναρε κανονικά. Δεν ξέρω καν αν το συνειδητοποίησα εκείνη την ώρα, μου ήρθε αργότερα η εικόνα του σκαναρίσματος, γιατί το είδα να το κάνει και με άλλους. Ο Αλέξης μιλούσε πολύ ή λίγο, ανάλογα με την ώρα του, ανοιχτός όμως ήταν πάντα. Είχε την περιέργεια του παιδιού. Κοιτούσε πάντα ό,τι συνέβαινε γύρω του με μία περιέργεια.
– Αρχίσατε να κάνετε γρήγορα παρέα; Το κέντρο ήταν το μαγαζί της γυναίκας του, της Φώφης;
Σχετικά γρήγορα, ναι. Το κέντρο ήταν αυτό, συχνάζαμε όλοι εκεί, άνθρωποι τους οποίους εγώ θα γνώριζα σιγά σιγά, αρκετούς μέσω του Αλέξη. Καλλιτέχνες και μη, φάτσες της πόλης. Ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήταν αυτό που ενδιέφερε τον Ακριθάκη σε μένα, αλλά έδειξε ένα ενδιαφέρον για το άτομό μου. Μην έχοντας και τι να κάνει —δεν είχε ωράριο στη δουλειά του— και ήταν μια εποχή που δεν ζωγράφιζε κιόλας, εγώ ήμουν διαθέσιμος, αφού δεν είχα αρχίσει ακόμα να δουλεύω. Αλλά και μετά που δούλευα, πάλι διαθέσιμος ήμουν.

Με έπαιρνε πολύ συχνά μαζί του βόλτες. Μου έδειχνε την πόλη. Ένιωθε ότι με ενδιέφερε να την γνωρίσω. Ένιωθε ότι το μάτι μου έβλεπε πράγματα που δεν τα έβλεπαν οι τουρίστες. Με γύριζε στο Δυτικό Βερολίνο και μου αποκάλυπτε εικόνες, που δεν θα σου παρουσίαζε ένα τουριστικό λεωφορείο ή ένας οδηγός. Ήταν και για μένα μια πολύ ευχάριστη κατάσταση, διότι μέσα από αυτόν είδα πράγματα που είτε δεν θα τα γνώριζα αλλιώς, είτε θα χρειαζόμουν πολύ καιρό για να τα ανακαλύψω μόνος μου.
– Φαντάζομαι θα γυρνούσατε και στα κλαμπ της εποχής μαζί.
Βέβαια, ναι. Ο Ακριθάκης που δεν κοιμόταν καθόλου ή κοιμόταν ελάχιστες ώρες με είχε από κοντά. Τον βόλευε κιόλας να με έχει σοφέρ, γιατί την εποχή εκείνη δεν έπινα καθόλου αλκοόλ, ενώ ο Αλέξης έπινε από το πρωί και υπήρχαν αλκοτέστ στους δρόμους. Οδηγούσα εγώ και μετά το τέλος της νύχτας, τον πήγαινα στο σπίτι του, όπου συνήθως ανεβαίναμε πάνω μαζί. Μαγείρευε ο Αλέξης και τρώγαμε παρέα, έκανε πατάτες, τηγανητές, κάνα φιλετάκι. Έπειτα, μου έδινε το αυτοκίνητο για να πάω στη δουλειά μου και να του το φέρω μετά. Συχνά το κάναμε έτσι. Πολλές φορές πήγαινα κατευθείαν στη δουλειά. Οι νύχτες τελείωναν αργά τη νύχτα, νωρίς το πρωί.
– Το ποτό του Ακριθάκη ποιο ήταν;
Βότκα. Έπινε όμως και Calvados.
– Μου είπατε ότι όταν μετακομίσατε στο Βερολίνο το 1980, ήταν μια περίοδος που ο Ακριθάκης δεν ζωγράφιζε;
Την εποχή εκείνη, δεν ζωγράφιζε. Ήταν σε bad mood, ας πούμε. Έκανε μόνο σχεδιάκια. Είχε ένα ατελιέ στο Βερολίνο, το οποίο την εποχή εκείνη το έφτιαχνε, για να αρχίσει πάλι να ζωγραφίζει. Τελικά, όμως, στο ατελιέ αυτό δεν ζωγράφισε ποτέ. Πηγαίναμε, το βλέπαμε, το περιποιούμασταν αλλά ο Αλέξης δεν ζωγράφιζε. Ήταν σε μια περίεργη φάση τότε. Βέβαια, όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν, σε ό,τι χαρτιά έβλεπε μπροστά του, του έβγαινε κι έφτιαχνε σχεδιάκια. Αυτό τα έκανε πάντα, άλλα δεν ζωγράφιζε συστηματικά. Ετοίμαζε το ατελιέ του για να ζωγραφίσει, πράγμα που δεν έγινε ποτέ σε εκείνο τον χώρο.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, δούλευε σε διάφορα μέρη, όταν ερχόταν τα καλοκαίρια. Θυμάμαι μια εποχή είχε ανακαλύψει την Τήνο. Μου είχε στείλει ένα γράμμα, θυμάμαι, και μου έλεγε πόσο εντυπωσιασμένος ήταν απο την Τήνο, η οποία είναι ένα εξαιρετικό μέρος που όλοι το έχουμε στο μυαλό μας λάθος σαν το νησί της Παναγιάς και του θρησκευτικού τουρισμού κ.λπ. Του είχε αρέσει πάρα πολύ η Τήνος, όταν είχε πάει κάποιο Μάιο, πριν ξεκινήσει η τουριστική περίοδος. Στο Βερολίνο, όμως, την εποχή εκείνη δεν ζωγράφιζε. Ήταν μπλοκαρισμένος.
– Αυτό το δημιουργικό μπλοκάρισμα τον βασάνιζε;
Τον βασάνιζε, βέβαια. Δεν νομίζω ότι ήμουν σε θέση τότε να καταλάβω γιατί δεν μπορούσε να ζωγραφίσει, ούτε ο ίδιος είχε ποτέ διατυπώσει την αιτία. Ένιωθε απλά ότι ήταν σε μια φάση που του ήταν δύσκολο να κλειστεί στο ατελιέ και να ζωγραφίσει.
– Λάμβανε από τους ανθρώπους που συναναστρεφόταν αναγνώριση ως καλλιτέχνης;
Στην Ελλάδα, οι στενοί κύκλοι που ασχολούνταν με την τέχνη τον ήξεραν όλοι. Και στο Βερολίνο όμως, ο Αλέξης ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος έδειχνε να παίρνει από τους άλλους καλλιτέχνες και γενικώς από το σινάφι του αναγνώριση και εκτίμηση.
– Δεν ένιωθε δηλαδή εκτός των κυκλωμάτων της τέχνης;
Όχι, με τίποτα.Δεν είχε τέτοιο θέμα. Φυσικά, υπήρχαν στιγμές που ένιωθε ότι δεν του αποδιδόταν το κομμάτι που του άξιζε, αλλά αυτό πιστεύω συμβαίνει σε όλους τους καλλιτέχνες, ανά φάσεις. Παρ’ όλα αυτά, ενώ θεωρούσε ότι κάποιοι καλλιτέχνες ήταν διάττοντες αστέρες, δεν τον ένιωσα ποτέ να βγάζει φθόνο προς εκείνους που βρέθηκαν στο κύμα της επιτυχίας. Δεν έβγαζε ούτε ζήλια, ούτε μίσος και κακίες για την άτιμη την κοινωνία.

– Μου έμεινε μια φράση σας που διάβασα για αυτόν: «Μοναχικός και ανυπότακτος Μαντ Άλεξ». Ήταν ταυτόχρονα μποέμ αλλά και μοναχικός;
Ήταν μοναχικός. Μέσα στην ίδια βραδιά θα υπήρχαν στιγμές που έφευγε στην μοναχικότητά του και τον έβλεπες ότι ήταν αλλού. Τον έπιανε και απόγνωση ώρες-ώρες. Περνούσε πολύ συχνά στιγμές απόγνωσης και μόνος του, αλλά και με τους φίλους του. Θεωρώ —μπορεί να γελιέμαι— ότι η απόγνωσή του είχε να κάνει με την αδυναμία τη δική του και όλων μας να παρέμβουμε στην υποκρισία ενός συστήματος, το οποίο βλέπουμε πως ό,τι και να κάνουμε είναι εκεί και μας εξουσιάζει. Ο Ακριθάκης είχε διαφωνίες με ό,τι ήταν συστηματοποιημένο.
Στις μέρες που ζούμε σήμερα, με την κοινωνικοπολιτική έννοια, σκέφτομαι πολύ συχνά ότι εάν ο Αλέξης ήταν εδώ, θα υπήρχαν διάφορα συμβάντα. Δηλαδή, θα είχαμε παρεμβάσεις του Ακριθάκη —όχι αναγκαστικά δημόσιες. Θα ακούγαμε το σχόλιό του. Θα περνούσε γενεές δεκατέσσερις μερικούς. Το σχόλιο του Ακριθάκη λείπει, ειδικά όταν βλέπεις στην τηλεόραση διάφορους. Δεν μιλάω για τους δημοσιογράφους —αυτοί τη δουλειά τους κάνουν και αξίζουν αυτοί που αξίζουν την περιφρόνηση που δέχονται από τον κόσμο και που θα δέχονταν και από τον Ακριθάκη, αν ζούσε.
Μιλάω ακόμα περισσότερο για διάφορους καλλιτέχνες, καλλιτεχνίζοντες και παρατρεχάμενους. Φαντάζομαι τον Ακριθάκη τι σχόλια θα έκανε ακούγοντας αυτά που λένε, τον τρόπο που δηλώνουν τη συναλλαγή τους, αν όχι την υποταγή τους στο σύστημα και στην εξουσία. Μου λείπει σ’ αυτό ο Αλέξης. Μου λείπει η δηκτικότητα και η αμεσότητα των σχολίων του για όλους όσους συναλλάσσονται και υποδουλώνονται στην εξουσία. Και έχουμε μπόλικους.




– Τονίζετε ιδιαίτερα τη συναλλαγή των καλλιτεχνών με την εξουσία.
Ιδίως των καλλιτεχνών. Να σας πω την αλήθεια, οι δημοσιογράφοι που πληρώνονται για να επαινούν την εξουσία, πληρώνονται για να επαινούν την εξουσία. Θα μου πεις και οι καλλιτέχνες που συναλλάσσονται με την εξουσία έχουν τα κέρδη τους και τα οφέλη τους. Κατά κάποιο τρόπο, κι αυτοί πληρώνονται. Αυτούς, όμως, πιστεύω ότι ο Ακριθάκης δεν θα τους συγχωρούσε.
– Ήταν μακριά από όλα αυτά;
Ήταν μίλια μακριά και δεν ανεχόταν και τις συμβατικότητες.
– Αν ζούσε σήμερα, με αυτό το σύστημα των Ιδρυμάτων που παίρνουν κάτω από τις φτερούγες τους ορισμένους καλλιτέχνες και τους ελέγχουν με έναν τρόπο, ο Ακριθάκης τι στάση θα κρατούσε;
Από τη στιγμή που θα ένιωθε ότι τον ελέγχουν, θεωρώ ότι θα αντιδρούσε έντονα.
– Ήταν ένας άνθρωπος που αν έκανες κάτι που δεν του άρεσε, θα σου το έδειχνε;
Όχι απλώς θα το έδειχνε, καμιά φορά θα το έκανε και με υπέρμετρη οξύτητα. Σίγουρα, υπήρχαν πολλές φορές που χαιρόσουν να τον ακούς να σχολιάζει και να κρίνει ή να κατακρίνει. Μερικές φορές, όμως, υπερέβαινε κάποια όρια μέσα στην τσαντίλα του, και θα μπορούσε κανείς να πει ότι έφτανε στο σημείο να χάσει κάποιο από το δίκιο του. Εν πάση περιπτώσει, δεν αστειευόταν, ούτε φρενάριζε. Προσωπικά εγώ, όμως, δεν έζησα αρνητικές συμπεριφορές από τον Αλέξη. Θα έλεγα ότι είχαμε μια ομαλή σχέση.
– Από τα λόγια σας καταλαβαίνω ότι o Ακριθάκης δεν ανεχότανμε τίποτα το δήθεν.
Το δήθεν τον ενοχλούσε, δεν ανεχόταν την υποκρισία, τη σοβαροφάνεια, τη δήθεν αξία και τη δήθεν σημαντικότητα.
– Ο Ακριθάκης γύρισε στην Ελλάδα κάποια στιγμή κι εσείς παραμείνατε στο Βερολίνο;
Ναι, αν θυμάμαι καλά γύρω στο 1984 γύρισε στην Ελλάδα, κατά κάποιο τρόπο αναγκαστικά. Κατ’ αρχάς, και τα προηγούμενα χρόνια, κάθε καλοκαίρι κατέβαινε στην Ελλάδα για μερικούς μήνες. Ο δε αποχαιρετισμός στο Βερολίνο, όχι μόνο με εμένα, με όλους τους φίλους του, ήταν κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβανόμενος. Συγκινούνταν, τον πιάνανε τα κλάματα και μετά ξαναγύριζε.
Εκείνη τη φορά έφυγε όχι για το ελληνικό καλοκαίρι, αλλά γιατί κάτι είχε συμβεί. Είχε κάποιες νομικές διαδικασίες, αν θυμάμαι καλά. Ξαναγύρισε μετά από μερικά χρόνια στο Βερολίνο, γύρω στο ’86-87, για λίγο πάλι, και μετά έφυγε οριστικά.

– Ήταν διαφορετικό για εσάς το Βερολίνο με τον Ακριθάκη και το Βερολίνο χωρίς τον Ακριθάκη;
Ακόμα και όταν δεν ήταν εκεί, ο Αλέξης ήταν πάντα μέρος του τοπίου. Υπήρχαν ένα σωρό άνθρωποι που συναναστρεφόμουν και έβλεπα κάθε μέρα, τους οποίους είτε είχα γνωρίσει μέσω του Αλέξη, είτε είχα ακούσει ιστορίες από τον Αλέξη γι’ αυτούς. Το ίδιο ίσχυε και για τοπία της πόλης. Ήταν τοπία που είχα γνωρίσει απ’ αυτόν ή τοπία για τα οποία είχα ακούσει απ’ αυτόν. Με την έννοια αυτή, ήταν πάντα ένα μέρος του συνολικού τοπίουο Ακριθάκης, είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε. Το Βερολίνο ήταν αυτό που ήταν.
– Ο Ακριθάκης τι μουσική άκουγε;
Δεν θα έλεγα ότι είχε ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής. Άκουγε τη μουσική που τον άγγιζε, ανάλογα με τη στιγμή. Ας πούμε, ένα βράδυ είχαμε πάει οι δυο μας σε ένα live που είχε κάνει η Nico μόνη της με ένα αρμόνιο, στο Einstein Kaffee, ένα μεγάλο καφενείο.
Εκείνη τη βραδιά, την γνωρίσαμε κιόλας. Μάλλον εκείνη μας εντόπισε σε όλο αυτό το σκηνικό. Κάποια στιγμή μου λέει ο Αλέξης ότι στο διάλειμμα η Nico θα έρθει σε εμάς. Όντως έτσι έγινε, ήρθε και μας είπε να την περιμένουμε μετά το τέλος του live. Την πήραμε μαζί μας και κάναμε όλη τη νύχτα βόλτα οι τρεις μας στο Βερολίνο: σωφέρ εγώ, ο Αλέξης και η Nico. Ο Ακριθάκης ήταν εκείνος που της έδειχνε την πόλη, εγώ ήμουν στην αρχή της «θητείας» μου.
– Στο μαγαζί της γυναίκας του της Φώφης, το «Εστιατόριο» πρέπει να σύχναζαν όλοι —ανάμεσά τους μεγάλες προσωπικότητες, όπως οι Francis Bacon, Andy Warhol, Heiner Müller, Wim Wenders κ.α.
Όλος ο κόσμος. Υπήρχαν στο Βερολίνο μερικά μαγαζιά, τα οποία είχαν κατά κάποιο τρόπο τον τίτλο ότι εκεί τους έβλεπες όλους. Ένα από αυτά ήταν το μαγαζί της Φώφης, το οποίο στην ουσία λεγόταν «Εστιατόριο» —ο Ακριθάκης είχε γράψει και την ταμπέλα— αλλά το ήξεραν όλοι ως Fofi’s. Tο Βερολίνο της εποχής εκείνης ήταν μια πόλη στην οποία δεν υπήρχαν μπαριέρες. Δεν θα έλεγες παραδείγματος χάριν ότι στο ένα μαγαζί μαζεύονται οι Κολωνακιώτες και στο άλλο οι Περιστεριώτες. Στο Περιστέρι θα συναντούσες το Κολωνάκι και στο Κολωνάκι το Περιστέρι. Αυτό έκανε και την πόλη ενδιαφέρουσα. Στο Δυτικό Βερολίνο, το Τείχος ήταν γύρω-γύρω, δεν υπήρχαν ενδιάμεσα τείχη και αυτή ήταν και η γοητεία της πόλης.
Με τον Ακριθάκη πηγαίναμε σε μαγαζιά τα οποία ήταν σε εντελώς διαφορετικές περιοχές, όπου υποτίθεται ζούσαν εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι —ταξικά, κοινωνικά. Παρ’ όλα αυτά, έβλεπες σ’ όλα τα μέρη φάτσες που τις έβλεπες εδώ, εκεί, παραπέρα. Ήταν όλοι με όλους.


– Είχατε γνωρίσει προσωπικότητες, οι οποίοι σήμερα για εμάς είναι μυθικά πρόσωπα;
Βέβαια. Στον Francis Bacon έτυχε να κάνω και τον σοφέρ. Είχε έρθει για την αναδρομική του έκθεση το 1986, αν θυμάμαι καλά. Λίγες μέρες πριν, είχε εμφανιστεί στο μαγαζί της Φώφης ο γκαλερίστας του από το Λονδίνο, ο οποίος της είπε ότι ο Francis θα ήθελε κάποιον να τον πάει μια βόλτα στην πόλη, όχι τουριστική, γιατί έχει να έρθει πολλές δεκαετίες. Και θυμάμαι σαν τώρα να με παίρνει τηλέφωνο η Φώφη ένα βράδυ και να μου λέει «έχεις δουλειά να κάνεις αύριο; Και να έχεις παράτα την, γιατί έχουμε δουλειά εμείς εδώ». Έτσι, είχα την τύχη να κάνω για μία βραδιά τον σοφέρ του Bacon.
Τον πήγα σε ένα σωρό μέρη, στα οποία ο Ακριθάκης υπήρχε πάντα στο τοπίο, στην εικόνα, κι ας είχε φύγει τότε από το Βερολίνο. Εν πάση περιπτώσει, η ματιά η δικιά μου ήταν πολύ κοντά πια στη δική του. Είχα πάρει από τη ματιά του. Εκεί που πήγα τον Bacon, θα τον είχε πάει σίγουρα και ο Ακριθάκης. Θα μπορούσε να είναι ο Αλέξης σoφέρ του. Ο Bacon έστειλε, μερικές εβδομάδες αργότερα, ένα πολύ ευγενικό γράμμα που με ευχαριστούσε για την ωραία βραδιά που πέρασε στο Βερολίνο. Πιστεύω ότι το εννοούσε.
– Με τον Ακριθάκη τι πιστεύετε ότι σας έδενε και αυτή η φιλία διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια;
Νομίζω ότι αυτά συμβαίνουν από μόνα τους. Το να πεις ότι κάποιος είναι γοητευτικός και ότι έχει ωραίες ή περίεργες ιστορίες να αφηγηθεί, ισχύει για αρκετούς ανθρώπους, χωρίς να καταλήγει σε φιλία. Πιστεύω ότι οι φιλίες έχουν να κάνουν όχι τόσο με γεγονότα και συμβάντα, όσο με τη χημεία, που βγαίνει στη σχέση δύο ανθρώπων.
– Η σχέση σας ήταν σχέση δασκάλου-μαθητή;
Θα σας πω, εγώ τότε ήμουν 25, και στα πρώτα γενέθλια που πέρασα μαζί του, ο Ακριθάκης έγινε 41. Υπήρχε μια διαφορά 16 χρόνων. Η διαφορά ηλικίας σε βάζει να σκέφτεσαι αυτό που είπατε τώρα, όμως δεν μπορώ να το πω. Δεν ένιωσα ποτέ τον Ακριθάκη να μου φέρεται σαν πατέρας. Ούτε εκ των υστέρων που το σκεφτόμουν, ένιωθα εγώ τον εαυτό μου να τον βλέπει έτσι. Τον αισθανόμουν κοντά μου, παρά τη διαφορά ηλικίας, η οποία όντως συνήθως διαχωρίζει τη θέση σου από τον άλλον.
Δεν ήταν έτσι με τον Ακριθάκη, γιατί είχε παιδική ψυχή. Δεν ένιωθα να έχουμε διαφορά ηλικίας, Ούτε αυτός συμπεριφερόταν ποτέ με δασκαλίστικο στυλ, τύπου «άκου με εμένα που σου λέω, τα έχω περάσει όλα αυτά, τα ξέρω». Συμμετείχε αυθόρμητα, ως ίσος προς ίσον.
Περνούσαμε πολύ ωραία. Ήταν μια εποχή αντισυμβατική, ειδικά στο Βερολίνο. Συμφωνούσαμε με τον Ακριθάκη ότι η αντισυμβατικότητα της εποχής εκείνης στο Βερολίνο του Τείχους ήταν κάτι μοναδικό στην υπόλοιπη πολιτισμένη Ευρώπη. Ήταν μία πόλη στην οποία έβρισκαν ελευθερία κίνησης, ελευθερία ζωής και ανοχή, πολλοί άνθρωποι που αισθάνονταν διαφορετικοί.

– Πιστεύετε ότι και ο Ακριθάκης γι’ αυτούς τους λόγους επέλεξε το Δυτικό Βερολίνο;
Ο Ακριθάκης βρέθηκε στο Δυτικό Βερολίνο γιατί του δώσανε υποτροφία από τη Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαικών Ανταλλαγών, αλλά σίγουρα παρέμεινε διότι το αγάπησε για την αντισυμβατικότητα και την πολυχρωμία του. Νιώθαμε μια ελευθερία στον τρόπο της έκφρασής μας και της επαφής μας με ο,τιδήποτε διαφορετικό. Κυριαρχούσε η αντισυμβατικότητα και αυτό σίγουρα ο Ακριθάκης το ζούσε. Είμαι πεισμένος γι αυτό. Του ταίριαζε, του πήγαινε.
Και ο ίδιος ήταν ένας αντισυμβατικός άνθρωπος, ο οποίος δεν μπορούσε να υποτάξει το θέλω του της κάθε στιγμής. Όταν μιλάω για θέλω, δεν εννοώ μόνο τις υλικές επιθυμίες, αλλά και τις ψυχοπνευματικές. Δεν θα μπορούσε ο Αλέξης να ζήσει αυτά που έζησε στο Βερολίνο, ούτε στο Μόναχο, ούτε στην Κολωνία, ούτε στο Αμβούργο. Δηλαδή, ήταν μια άλλου τύπου ζωή.
– Τότε, εκείνα τα χρόνια του Βερολίνου, ο Ακριθάκης βιοποριζόταν και μέσω της ζωγραφικής, αφού τελείωσε η υποτροφία;
Ο Ακριθάκης δεν ήταν άνθρωπος που ζητούσε τα λεφτά, δεν τα είχε ανάγκη για να ζήσει, αυτά που ήθελε να ζήσει. Όπως και να έχει, την εποχή εκείνη ζούσαν από το μαγαζί της γυναίκας του. Δεν έβγαζε λεφτά εκείνη την εποχή ο Αλέξης, μόνο περιστασιακά. Θυμάμαι, γύρω στο 1980, είχε κάνει τα σκηνικά για μια παράσταση της ομάδας του Μπεζάρ. Μπορεί να μη ζωγράφιζε, αλλά έκανε διάφορα τέτοια. Όμως, δεν ήταν αυτά που του δίνανε τα χρήματα για να ζήσει τη ζωή του, χωρίς να σημαίνει ότι ήθελε πολλά. Βέβαια, θυμάμαι κάτι τηλεφωνήματα με τον Ιόλα, στα οποία ο Αλέξης του έλεγε «στείλε μου λεφτά, λίγα μου έστειλες», καβγάδες, αγάπες πάλι. Με όλους αυτούς είχε σχέσεις οι οποίες ήταν αγαπησιάρικες από τη μία, και με πολλές εντάσεις από την άλλη.

– Και με τον Ταχτσή ήταν έτσι η σχέση του; Σας μιλούσε για εκείνον;
Βέβαια μου μιλούσε. Με τον Ταχτσή είχε καλές σχέσεις.
– Είχε περάσει και μια μεγάλη περίοδο που ζούσε στο σπίτι του Ταχτσή.
Ακριβώς, από την Αθήνα είχαν σχέσεις, έκαναν παρέα. Ο Ταχτσής ως αντισυμβατικό άτομο ήταν σε μια ομάδα ανθρώπων που ανήκε και ο Ακριθάκης. Αυτό που ξέρω εγώ από τις αφηγήσεις του Αλέξη είναι ότι είχαν μια σχέση αγάπης και είχαν ζήσει πολλά εδώ στην Αθήνα. Αναφερόταν συχνά στις κοινές τους εμπειρίες, σε διάφορα συμβάντα και αστείες σκηνές.
– Όταν έπεσε το Τείχος, ο Ακριθάκη είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, σωστά;
Ναι, βέβαια. Και μάλιστα όταν έπεσε το Τείχος έλεγα «πού είσαι ρε Αλέξη, να πάμε βόλτα στο Ανατολικό Βερολίνο να δεις τι γίνεται!». Του τα έγραψα στο γράμμα μου.
– Αφότου έφυγε ο Ακριθάκης απ’ το Βερολίνο, η φιλία σας συνεχίστηκε, διατηρήσατε αλληλογραφία;
Ναι, βέβαια, συνεχίστηκε, αλλά εγώ πια ζούσα στο Βερολίνο και ο Ακριθάκης στην Ελλάδα. Μάθαινα πιο πολλά νέα του από τη γυναίκα μου, γιατρό επίσης, η οποία την εποχή εκείνη ήταν στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια, όταν ο Αλέξης είχε πια μπλέξει με τους γιατρούς και τα ψυχιατρεία, τον φρόντιζε και ήταν από κοντά. Την τελευταία περίοδο είχαμε ιστορίες δυσάρεστες. Του κλέβανε έργα από το ατελιέ, εκείνος μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία, είχε προβλήματα με το αλκοόλ και έκανε αποτοξίνωση, είχε ντελίριο…
Αυτές οι καταστάσεις σχετίζονταν με τις καταχρήσεις που είχε κάνει τα προηγούμενα χρόνια;
Σχετίζονταν με τις ζημίες που είχε κάνει πια το αλκοόλ στον οργανισμό του. Ο Ακριθάκης είχε σχέση και με τα ναρκωτικά, έπαιρνε. Την εποχή που τον γνώρισα εγώ, όμως, δεν έκανε χρήση. Το γράφω κιόλας στο βιβλίο μου ότι έκανε διάλειμμα και από τα «χόμπι» του και από τη ζωγραφική.
Η τελευταία περίοδος πριν τον θάνατό του πρέπει να ήταν πολύ δύσκολη.
Ήταν δύσκολη, ναι. Και σε πολλά γραπτά του από τότε και στα γράμματα που μου είχε στείλει του έβγαινε πολλή απόγνωση.
Ένιωθε ότι κάποιοι τον εκμεταλλεύονται;
Του κλέβανε έργα, όπως σας είπα, του αντέγραφαν έργα και τα πουλούσαν, διάφορα τέτοια.
Και μέσα στο Δρομοκαΐτειο ζωγράφιζε, όμως.
Έκανε πολλά σχέδια ναι, ζωγράφιζε, έκανε ακουαρέλες.
Θυμάστε πώς μάθατε ότι πέθανε;
Το έμαθα τηλεφωνικά, όπως το μάθαμε όλοι. «Πέθανε ο Αλέξης». Τον Σεπτέμβρη του ‘94. Ήξερα ότι η υγεία του ήταν κλονισμένη.
Πώς ήταν εκείνο το πρώτο διάστημα, μετά τον θάνατό του, για εσάς και για όλη την παρέα του Βερολίνου;
Ήταν κάτι που δεν μας είχε εκπλήξει, κατ’αρχάς· το περιμέναμε ότι θα συμβεί. Ξέραμε ότι η υγεία του ήταν πειραγμένη. Σκεφτήκαμε ότι άλλος ένας από εμάς πάει. Χαρά μας που τον γνωρίσαμε και ζήσαμε μαζί του.
«Αλέξης Ακριθάκης, Μια γραμμή κύμα»
ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ: Χλόη Ακριθάκη και Αλέξιος Παπαζαχαρίας
Διάρκεια Έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη: 12/02 – 24/05/2026





