Κάθε φορά που ανοίγουμε το κινητό μας, κάθε scroll που κάνουμε, ένα video που βλέπουμε, μια αναζήτηση, όλα μοιάζουν άυλα. Κάπου αλλού όμως, σε μια εγκατάσταση που δεν θα δούμε ποτέ, μηχανές δουλεύουν στο όριο, τραβάνε ρεύμα, καταναλώνουν νερό για να κρατήσουν τη θερμοκρασία χαμηλά. Και το πιο παράξενο; Για όλο αυτό αρχίζουμε να γνωρίζουμε όλο και λιγότερα. Στα χαρτιά, η Ευρώπη αποφάσισε να βάλει κανόνες σε μια βιομηχανία που μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε σχεδόν στο παρασκήνιο. Στην πράξη κατέληξε να νομοθετεί γνωρίζοντας ότι ένα κρίσιμο κομμάτι της εικόνας θα παραμείνει εκτός δημόσιας θέασης.
Η ιστορία που έφερε στο φως η ομάδα ερευνητικής δημοσιογραφίας Investigate Europe δεν είναι απλώς ένα ακόμα επεισόδιο ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Είναι μια καθαρή αποτύπωση του πώς παίρνονται τελικά οι αποφάσεις. Από τη μία, η Ευρωπαϊκή Ένωση που προσπαθεί να ρυθμίσει έναν τομέα που μεγαλώνει πιο γρήγορα από όσο μπορεί να καταλάβει. Από την άλλη, εταιρείες όπως η Microsoft και οργανωμένα λόμπι όπως η DigitalEurope, ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι μεγάλες tech εταιρείες προσπαθούν να επηρεάσουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία, δεν ζητούν να αποφύγουν τους κανόνες, κάνουν κάτι πιο έξυπνο. Ζητούν να ελέγξουν τι θα μάθουμε για αυτούς.

Με την αναθεώρηση της Energy Efficiency Directive, ο βασικός ευρωπαϊκός νόμος για την ενέργεια, η Ευρώπη προσπάθησε να χαρτογραφήσει την πραγματική κατανάλωση των data centers, γιατί με την έκρηξη της AI και του cloud, τα data centers έχουν γίνει ένας από τους πιο ενεργοβόρους κρίκους της ψηφιακής οικονομίας. Γι’ αυτό στην αναθεώρηση του του νόμου 2023 μπήκαν συγκεκριμένες απαιτήσεις: όσα data centers ξεπερνούν ένα όριο ισχύος πρέπει να δηλώνουν στοιχεία όπως κατανάλωση ενέργειας, χρήση νερού, αποδοτικότητα και τεχνικές επιδόσεις.
Η λογική ήταν απλή: αν δεν μετράς, δεν μπορείς να ελέγξεις. Και αν δεν ελέγχεις, δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά για “πράσινη μετάβαση”. Ήταν το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς σε μια εποχή που η λέξη βιωσιμότητα χρησιμοποιείται παντού, σχεδόν αυτόματα.
Εκεί αρχίζουν και αλλάζουν οι λέξεις. Οι εταιρείες παρεμβαίνουν στη διαδικασία διαβούλευσης και ζητούν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Τα δεδομένα να παραμείνουν εμπιστευτικά. Όχι συνολικά αλλά στο σημείο που έχει σημασία. Στο επίπεδο κάθε εγκατάστασης. Και όταν δημοσιεύεται το τελικό κείμενο του νόμου η γλώσσα τους έχει περάσει σχεδόν αυτούσια. Τα στοιχεία υπάρχουν αλλά δεν είναι προσβάσιμα. Δημοσιεύονται μόνο συγκεντρωτικά, αποστειρωμένα, χωρίς να δείχνουν πού, πόσο και ποιος. Αυτό είναι το σημείο που η τεχνική λεπτομέρεια γίνεται πολιτικό ζήτημα.

Γιατί δεν μιλάμε απλώς για “δεδομένα”. Μιλάμε για περιβαλλοντική πληροφορία. Και εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Νομικοί επισημαίνουν ότι αυτή η επιλογή μπορεί να συγκρούεται ακόμη και με διεθνείς δεσμεύσεις όπως η Σύμβαση του Άαρχους, που στηρίζεται σε μια απλή ιδέα: ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τι συμβαίνει στο περιβάλλον τους. Όχι σε γενικές γραμμές. Συγκεκριμένα. [ Η Σύμβαση του Άαρχους είναι μια διεθνής νομικά δεσμευτική συνθήκη που υπεγράφη το 1998 και αφορά την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη].
Το επιχείρημα των εταιρειών είναι προβλέψιμο και σε έναν βαθμό κατανοητό. Εμπορικά μυστικά. Ανταγωνισμός. Κίνδυνος να εκτεθούν ευαίσθητα στοιχεία. Είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται πάντα όταν η διαφάνεια ακουμπάει την κερδοφορία. Το πρόβλημα είναι ότι εδώ δεν μιλάμε για μια νέα εφαρμογή ή ένα αλγοριθμικό μοντέλο. Μιλάμε για υποδομές που επηρεάζουν ενεργειακά δίκτυα, τοπικές κοινωνίες και φυσικούς πόρους. Yπάρχει και κάτι ακόμα πιο αμήχανο. Ακόμη και έτσι, με τους κανόνες πιο ελαστικούς, μόνο ένα μέρος των data centers συμμορφώνεται πλήρως. Τα ίδια τα στοιχεία της ΕΕ δείχνουν ότι η εικόνα που έχουμε είναι ήδη ελλιπής. Δηλαδή, έχουμε ένα σύστημα που δεν αποκαλύπτει πολλά και ακόμη κι αυτά που θα μπορούσε να αποκαλύψει, δεν τα συλλέγει πλήρως.
Την ίδια στιγμή η αγορά τρέχει. Εκατοντάδες δισεκατομμύρια επενδύσεων, νέες εγκαταστάσεις, πίεση για πιο γρήγορες αδειοδοτήσεις, για ευκολότερη σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο, για λιγότερα εμπόδια. Η αφήγηση είναι η γνωστή: ανάπτυξη, καινοτομία, ανταγωνιστικότητα. Κανείς δεν θέλει να μείνει πίσω στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Το ερώτημα είναι πιο απλό από όσο φαίνεται. Δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν data centers. Είναι αν μπορούμε να τα εξετάζουμε χωρίς να ξέρουμε τι πραγματικά κοστίζουν. Γιατί όσο η πληροφορία γίνεται συγκεντρωτική και αόριστη, η ευθύνη διαχέεται. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο σημείο να κοιτάξεις. Δεν υπάρχει εγκατάσταση να ελέγξεις. Υπάρχει μόνο μια γενική εικόνα που όσο πιο “καθαρή” φαίνεται, τόσο λιγότερα λέει.
Η ψηφιακή εποχή δεν είναι τόσο άυλη όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Έχει βάρος, κατανάλωση, συνέπειες. Απλώς μερικές φορές κάποιοι φροντίζουν να μην φαίνονται πολύ καθαρά.





