Skip to main content

Στην ιστορία των πολέμων, οι κυβερνήσεις συνήθως μιλούν για ασφάλεια, στρατηγική ή εθνικά συμφέροντα. Όμως κάποιες φορές εμφανίζεται μια άλλη γλώσσα, πιο παλιά και πιο σκοτεινή: η γλώσσα της θεϊκής αποστολής. Η ιδέα ότι τα γεγονότα δεν είναι απλώς αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων αλλά μέρος ενός σχεδίου που γράφεται σε έναν ουρανό γεμάτο προφητείες. Με τον πόλεμο ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν να είναι στο προσκήνιο, μια τέτοια γλώσσα ακούγεται όλο και πιο συχνά μέσα σε ορισμένους κύκλους της αμερικανικής πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ. Δεν πρόκειται απλώς για σκληρή ρητορική απέναντι σε έναν αντίπαλο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σύγκρουση παρουσιάζεται ως μέρος μιας ευρύτερης ιστορικής αποστολής, ακόμη και ως στοιχείο ενός «θεϊκού σχεδίου».

Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε όταν αμερικανική οργάνωση που ασχολείται με τη θρησκευτική ελευθερία στον στρατό ανέφερε ότι δέχθηκε εκατοντάδες καταγγελίες από στρατιωτικό προσωπικό. Σύμφωνα με αυτές, σε ορισμένες μονάδες διοικητές φέρονται να είπαν σε στρατιώτες ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι «χρισμένος από τον Ιησού» και ότι ηο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί μέρος του «θεϊκού σχεδίου».

Η οργάνωση Military Religious Freedom Foundation υποστήριξε ότι έλαβε περισσότερες από διακόσιες αναφορές από στρατιωτικούς που υπηρετούν σε δεκάδες βάσεις των ΗΠΑ. Για πολλούς από αυτούς, το ζήτημα δεν είναι μόνο θρησκευτικό αλλά και θεσμικό. Η αμερικανική παράδοση βασίζεται στην αρχή ότι το κράτος και η θρησκεία πρέπει να παραμένουν διακριτοί χώροι.

Παρόλα αυτά, η σχέση της αμερικανικής πολιτικής με τη θρησκεία ήταν πάντα πιο περίπλοκη από ό,τι σε πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Από την εποχή του Τζορτζ Ουάσινγκτον μέχρι σήμερα, οι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών μιλούν συχνά δημόσια για την πίστη τους. Η θρησκευτική γλώσσα αποτελεί μέρος της πολιτικής κουλτούρας της χώρας. Τα τελευταία χρόνια όμως φαίνεται να συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Η πίστη δεν παρουσιάζεται μόνο ως προσωπική υπόθεση ενός ηγέτη, αλλά ως πλαίσιο ερμηνείας της ίδιας της ιστορίας.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν πρόσφατη καμπάνια στρατολόγησης του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, η οποία χρησιμοποίησε ένα απόσπασμα από τον Ψαλμό 18 της Βίβλου: «Καταδίωξα τους εχθρούς μου και τους έφτασα· δεν γύρισα πίσω μέχρι να καταστραφούν». Το κείμενο εμφανιζόταν πάνω σε εικόνες στρατιωτών και μαχητικών αεροσκαφών, δημιουργώντας μια εντυπωσιακή σύνδεση ανάμεσα στη βιβλική γλώσσα και τη σύγχρονη στρατιωτική ισχύ.

Για ορισμένους πολιτικούς κύκλους στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή η σύνδεση δεν είναι απλώς συμβολική. Αντανακλά μια βαθύτερη κοσμοθεωρία που συνδέεται με τον ευαγγελικό χριστιανισμό και την ιδέα ότι η αμερικανική ιστορία έχει μια ιδιαίτερη αποστολή στον κόσμο. Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν σκεφτεί κανείς ότι η Ουάσινγκτον συχνά παρουσιάζει το Ιράν ως ένα καθεστώς που καθοδηγείται από θρησκευτικό φανατισμό. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν χαρακτηρίσει την ιρανική ηγεσία ως «θρησκευτικούς φανατικούς» και «επικίνδυνους ιδεολόγους».

Ωστόσο, όταν η ίδια η αμερικανική πολιτική αρχίζει να χρησιμοποιεί παρόμοια θρησκευτική γλώσσα για να περιγράψει τις δικές της στρατηγικές επιλογές, η διαφορά γίνεται λιγότερο σαφής. Για πολλούς συμμάχους των ΗΠΑ στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή, αυτή η εξέλιξη δημιουργεί αμηχανία. Οι περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες προτιμούν να παρουσιάζουν τις διεθνείς συγκρούσεις ως αποτέλεσμα στρατηγικών υπολογισμών και γεωπολιτικών συμφερόντων, όχι ως μέρος μιας θεολογικής αφήγησης.

Η εξήγηση για αυτή τη ρητορική βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στο εσωτερικό πολιτικό τοπίο των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι ευαγγελικοί χριστιανοί αποτελούν έναν από τους πιο σταθερούς πυλώνες της πολιτικής βάσης του Ντόναλντ Τραμπ. Για ένα σημαντικό τμήμα αυτής της κοινότητας, η πολιτική δεν είναι απλώς ζήτημα οικονομίας ή ασφάλειας αλλά και ζήτημα πνευματικής αποστολής. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσίαση διεθνών συγκρούσεων ως μέρος μιας ευρύτερης ιστορικής μάχης ανάμεσα στο καλό και το κακό μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό πολιτικό εργαλείο.

Ωστόσο, η δημόσια γνώμη στις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει διχασμένη. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό Αμερικανών αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα τον πόλεμο με το Ιράν, ενώ η υποστήριξη είναι πολύ μεγαλύτερη μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων. Η δυναμική αυτή μπορεί να αλλάξει γρήγορα αν μια κρίση οδηγήσει σε αύξηση των τιμών της ενέργειας ή σε μεγάλες απώλειες στρατιωτών.

Για ορισμένους αναλυτές, όμως, η συζήτηση δεν περιορίζεται στην πολιτική επικοινωνία. Υποστηρίζουν ότι ένα μέρος της αμερικανικής πολιτικής ελίτ βλέπει πραγματικά τη Μέση Ανατολή μέσα από ένα θρησκευτικό πλαίσιο που συνδέεται με βιβλικές προφητείες και την ιδέα των «τελικών καιρών». Η κοσμοθεωρία αυτή, που συχνά περιγράφεται ως «Christian nationalism», συνδυάζει τον πατριωτισμό με την πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μια ιδιαίτερη ιστορική αποστολή.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς γεωπολιτικές κρίσεις. Μπορούν να παρουσιαστούν ως κεφάλαια μιας μεγαλύτερης ιστορίας για το μέλλον του κόσμου. Η ιστορία όμως δείχνει ότι όταν οι πολιτικές συγκρούσεις αρχίζουν να παρουσιάζονται ως θρησκευτικές αποστολές, η δυνατότητα συμβιβασμού μειώνεται δραματικά. Οι διαπραγματεύσεις βασίζονται σε συμφέροντα. Οι «ιεροί πόλεμοι» βασίζονται σε απόλυτες αλήθειες. Και όταν οι ηγέτες αρχίζουν να περιγράφουν τα γεγονότα ως μέρος ενός «θεϊκού σχεδίου», ένα νέο ερώτημα εμφανίζεται αναπόφευκτα: πέρα από τη στρατηγική, τη νομιμότητα και την αυτοάμυνα, ποιος αποφασίζει πότε ένας πόλεμος γίνεται ιερή αποστολή;

stegi radio