Υπάρχει μια συγκεκριμένη ώρα το βράδυ όπου η ελληνική πολιτική σταματά να είναι πολιτική και γίνεται οικογενειακή συζήτηση σε κουζίνα. Είναι εκείνη η ώρα που τα γεγονότα δεν εξετάζονται αλλά ερμηνεύονται. Και ερμηνεύονται όχι με βάση τον νόμο αλλά με βάση το βλέμμα. Κάπου γύρω στις 23:51, μια χώρα άφησε στην άκρη την πιθανότητα θεσμικής εκτροπής για να εξετάσει το ύφασμα. Η πληροφορία δεν ήταν ότι ένας αστυνομικός φέρεται να ενημέρωσε υπουργό για μήνυση. Η πληροφορία ήταν ότι η μηνύτρια εμφανίστηκε με ρόμπα. Και έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά, το κράτος δικαίου μετατράπηκε σε συζήτηση πολυκατοικίας.
Στην Ελλάδα η εξουσία δεν αμύνεται με επιχειρήματα. Αμύνεται με γελοιοποίηση. Δεν αντικρούεις την κατηγορία απλά αλλάζεις το κάδρο. Αν η κατηγορία είναι σοβαρή, τη μικραίνεις μέχρι να χωράει σε ανέκδοτο. Αν είναι επικίνδυνη, τη βαφτίζεις «κωμική». Η δημόσια σφαίρα λειτουργεί σαν μηχανισμός απολύμανσης της πραγματικότητας. Τίποτα δεν επιτρέπεται να παραμείνει σοβαρό αρκετά ώστε να απαιτεί απάντηση.Έτσι η συζήτηση δεν έμεινε στο αν υπήρξε ζήτημα απορρήτου, αλλά στο αν παραβιάστηκε το dress code της αξιοπρέπειας.
Γι’ αυτό και η εξουσία εδώ δεν λειτουργεί ως μηχανισμός επιβολής αλλά ως κοινωνικό δίκτυο. Οι πληροφορίες δεν διακινούνται θεσμικά, διακινούνται ανθρώπινα.Η δημόσια συζήτηση κατέληξε στην εικόνα ενός αστυνομικού που φέρεται να στέλνει μήνυμα σε υπουργό «για να γελάσει». Όχι να ενημερώσει. Να γελάσει. Η δικαιοσύνη ως ανέκδοτο ημέρας. Το κράτος ως meme. Όχι ως αναφορές αλλά ως «έλα να σου πω να γελάσεις». Το κράτος δεν σε παρακολουθεί σε σχολιάζει. Σε άλλες χώρες μιλούν για deep state. Στην Ελλάδα λειτουργούμε σαν group chat state. Δεν υπάρχουν μυστικές υπηρεσίες, υπάρχουν γνωστοί. Δεν υπάρχουν διαρροές, υπάρχουν παιδιά που είπαν «να γελάσεις».
Η πληροφορία δεν ταξιδεύει ιεραρχικά. Ταξιδεύει κοινωνικά. Όπως ταξιδεύει το κουτσομπολιό για έναν χωρισμό. Το πιο ελληνικό πράγμα στην ιστορία δεν είναι ότι ειπώθηκε κάτι παράτυπο. Είναι ότι ειπώθηκε χαλαρά. Και όταν η πραγματικότητα γίνεται άβολη, η χώρα εφαρμόζει το αρχαιότερο τέχνασμά της. Μετατρέπει το πολιτικό σε κοινωνικό και μετά το κοινωνικό σε κωμικό. Έτσι τίποτα δεν μένει αρκετά βαρύ ώστε να χρειαστεί λύση. Η χώρα σταματά να συζητά αν παραβιάστηκε το απόρρητο και αρχίζει να συζητά το ύφασμα.
Η robe de chambre στην Ευρώπη ήταν το ένδυμα της σκέψης, το ρούχο που φορούσες πριν βγεις στον κόσμο των ιδεών. Οι άνθρωποι τη φορούσαν για να γράψουν ιδέες που θα άλλαζαν τον κόσμο. Ο Διαφωτισμός γράφτηκε συχνά φορώντας ρόμπες. Ο Ντιντερό, ο Προυστ, ο Μπαλζάκ όλοι έγραφαν ντυμένοι σαν να μην ανήκουν ακόμη στη δημόσια σφαίρα. Στην Ελλάδα η ρόμπα είναι το ρούχο που ακυρώνει το επιχείρημα. Όχι επειδή αποδεικνύει κάτι, αλλά επειδή επιτρέπει να μη συζητηθεί τίποτα. Η χώρα έχει ένα ανεπίσημο σύνταγμα. Δεν τιμωρείται όποιος παραβιάζει τον κανόνα, αλλά όποιος διαταράσσει την εικόνα. Το σκάνδαλο δεν είναι η πράξη. Είναι η αμηχανία που προκαλεί. Και η μεγαλύτερη πολιτική ποινή δεν είναι η ευθύνη, είναι το «ρεζίλι».
Η ελληνική σταθερότητα δεν βασίζεται στην εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς αλλά στην ανάγκη να παραμείνει το θέαμα πειστικό. Ο πολίτης δεν κρίνεται για το τι είπε, αλλά για το πώς εμφανίστηκε όταν το είπε. Αν αύριο διαρρεύσουν δεδομένα, θα συζητήσουμε τον τόνο της φωνής. Αν υπάρξει αυθαιρεσία, θα συζητήσουμε τη χειρονομία. Αν υπάρξει παραβίαση, θα συζητήσουμε το ρούχο. Η χώρα δεν φοβάται την εξουσία εκτός ορίων, φοβάται τον άνθρωπο εκτός ρόλου.
Κάπως έτσι, χωρίς κανείς να το δηλώσει, η συζήτηση μετακινήθηκε εκεί που μετακινείται πάντα. Από το γεγονός στην εικόνα. Και εκεί η πραγματικότητα δεν έχει ελπίδα. Γιατί στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να διαψεύσεις μια καταγγελία. Αρκεί να την ντύσεις αλλιώς. Η δημοκρατία δεν κατέρρευσε, φυσικά, απλώς προσαρμόστηκε, όπως κάνει πάντα, στο επίπεδο όπου όλα είναι ανεκτά αρκεί να είναι αστεία. Στο τέλος δεν μάθαμε ποτέ αν υπήρχε πράγματι ζήτημα κατάχρησης εξουσίας. Μάθαμε όμως κάτι πιο σημαντικό. Σε αυτή τη χώρα δεν χρειάζεται να αντικρούσεις μια καταγγελία. Αρκεί να αλλάξεις την ενδυματολογική συζήτηση.
Και έτσι, για ακόμη μια φορά, η δημοκρατία σώθηκε από το χιούμορ και η πραγματικότητα ηττήθηκε από μια ρόμπα.
ΥΓ. Ο κύριος στον πίνακα της φωτογραφίας είναι ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Ντενί Ντιντερό, δημιουργός της μνημειώδους «Εγκυκλοπαίδειας» (1751-1780), ένας από τους πνευματικούς πατέρες της Γαλλικής Επανάστασης, προφήτης και θεμελιωτής του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Απεικονίζεται στο γραφείο του φορώντας ρόμπα, γράφοντας πιθανότατα το «Γράμμα για τους τυφλούς προς χρήσιν όσων βλέπουν». Ίσως αξίζει να διαβαστεί, όχι για να συμφωνήσουμε, αλλά για να θυμηθούμε ότι κάποτε η δημόσια ζωή ξεκινούσε από ιδέες πριν γίνει θέαμα.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





