Κάπου ανάμεσα σε ένα scroll και σε ένα ακόμη scroll, κάτι μέσα σου μετακινείται. Όχι απότομα, όχι θεαματικά αλλά σχεδόν αόρατα. Δεν υπάρχει στιγμή που να μπορείς να πεις “τώρα έγινε”. Μόνο μια μικρή ένταση που μένει λίγο παραπάνω, ένα βλέμμα που κολλάει, ένα “τι ήταν αυτό τώρα;” που δεν προλαβαίνει να ολοκληρωθεί πριν έρθει το επόμενο. Και αυτό το μισό δευτερόλεπτο είναι αρκετό. Γιατί κάπου, σε μια αίθουσα γεμάτη οθόνες και αριθμούς, κάποιος το έχει ήδη υπολογίσει. Όχι εσένα προσωπικά, δεν έχει σημασία ποιος είσαι. Έχει σημασία τι κάνεις. Πόσο μένεις, πότε σταματάς, πότε αντιδράς, πότε θυμώνεις. Αυτά είναι τα δεδομένα που μετράνε. Αυτά είναι που τροφοδοτούν το σύστημα.
Δεν ζούμε απλώς σε μια εποχή θυμού. Αυτό θα ήταν σχεδόν αθώο. Ζούμε σε μια οικονομία θυμού. Ένα σύστημα που δεν καταγράφει απλώς την έντασή σου αλλά τη χρειάζεται. Τη μετράει, τη δοκιμάζει, τη βελτιστοποιεί και στη συνέχεια τη σερβίρει πίσω σε σένα, λίγο πιο έντονη κάθε φορά.
Ο αλγόριθμος δεν είναι ουδέτερος. Δεν είναι απλώς ένα εργαλείο. Είναι ένας μηχανισμός κατεύθυνσης. Δεν σε ρωτά τι θέλεις να δεις. Μαθαίνει τι δεν μπορείς να αγνοήσεις. Και αυτό, σχεδόν πάντα, είναι το πιο φορτισμένο, το πιο συγκρουσιακό, το πιο ενοχλητικό κομμάτι του κόσμου. Δεν σε κρατά επειδή σου αρέσει. Σε κρατά επειδή αντιδράς.
Κάποτε λέγαμε ότι τα social media θα μας ενώσουν. Ότι θα φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά, ότι θα δημιουργήσουν έναν χώρο διαλόγου. Σήμερα λειτουργούν αλλιώς. Δεν ενώνουν, κλιμακώνουν Η οθόνη δεν είναι πια παράθυρο. Είναι αρένα. Και εσύ δεν είσαι απλώς θεατής. Είσαι μέρος της έντασης που παράγεται μέσα της. Το πιο σκληρό σημείο δεν είναι ότι υπάρχει μίσος. Το μίσος υπήρχε πάντα. Το σημείο που αλλάζει τα πάντα είναι ότι το μίσος αποδίδει. Φέρνει προσοχή, φέρνει σχόλια, φέρνει χρόνο. Και ο χρόνος μετατρέπεται σε χρήμα. Σε αυτό το περιβάλλον, η ένταση δεν είναι παρενέργεια. Είναι στρατηγική.
Σε κάποιες αίθουσες που δεν θα δεις ποτέ, η συζήτηση δεν αφορά το αν οι χρήστες νιώθουν καλύτερα ή χειρότερα. Αφορά το πόσο έμειναν, το πόσο είδαν, το αν επέστρεψαν. Αν ένα περιεχόμενο προκαλεί ένταση και κρατάει τον χρήστη περισσότερο, τότε θεωρείται επιτυχημένο. Και αυτό αρκεί. Κάπου εδώ όλα γίνονται επικίνδυνα απλά. Αν μειώσεις την τοξικότητα, πέφτει η αλληλεπίδραση. Αν αφήσεις την ένταση να κυριαρχήσει, ανεβαίνει. Αν προστατεύσεις τον χρήστη, χάνεις χρόνο παραμονής. Αν τον κρατήσεις μέσα, κερδίζεις. Η επιλογή έχει ήδη γίνει.
Οι νεότεροι το καταλαβαίνουν πρώτοι, αλλά δεν έχουν πάντα τις λέξεις να το εξηγήσουν. Λένε ότι δεν θέλουν να βλέπουν τέτοιο περιεχόμενο και την επόμενη μέρα το βλέπουν ξανά. Όχι επειδή το επέλεξαν, αλλά επειδή έμειναν λίγο παραπάνω πάνω του. Γιατί το σύστημα δεν ακούει τι λες. Ακούει τι κάνεις. Και μετράει κάθε δευτερόλεπτο. Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος που δεν φαίνεται, αλλά λειτουργεί αδιάκοπα. Δεν αλλάζεις από τη μία στιγμή στην άλλη. Δεν ξυπνάς διαφορετικός άνθρωπος. Απλώς, μέρα με τη μέρα, γίνεσαι λίγο πιο έτοιμος να αντιδράσεις, λίγο πιο γρήγορος να απαντήσεις, λίγο πιο έντονος στον τρόπο που εκφράζεσαι.
Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να μοιάζεις με το περιεχόμενο που σε ενοχλούσε. Τα σχόλιά σου γίνονται πιο κοφτά, οι λέξεις πιο βαριές, οι αντιδράσεις πιο άμεσες. Και εκεί, αθόρυβα, κλείνει ο κύκλος. Δεν είσαι πια μόνο καταναλωτής. Είσαι μέρος της παραγωγής.
Το διαδίκτυο δεν χρειάζεται να σε κάνει χειρότερο άνθρωπο. Αρκεί να σε κατευθύνει. Να πάρει την ένταση που ήδη υπάρχει και να της δώσει ρυθμό, επανάληψη και κατεύθυνση. Και το κάνει με ακρίβεια. Το πιο επικίνδυνο σημείο είναι όταν αρχίζεις να πιστεύεις ότι αυτός ο θυμός είναι αποκλειστικά δικός σου. Ότι είναι αυθόρμητος, ότι είναι επιλογή. Ενώ στην πραγματικότητα έχει ενισχυθεί, καλλιεργηθεί και επαναληφθεί τόσες φορές που μοιάζει φυσικός.
Δεν είσαι θυμωμένος. Σε ταΐζουν θυμό. Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να τον επιστρέφεις.
Scroll. Θύμωσε. Επανάλαβε.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





