Skip to main content

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα αποκτά δυσανάλογη σημασία στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό που αλλάζει τώρα δεν είναι η γεωγραφία αλλά η συνείδηση της εξάρτησης από αυτήν. Στην περίπτωση των Στενών του Ορμούζ, η κρίση δεν αποκάλυψε απλώς ένα ευάλωτο σημείο του διεθνούς συστήματος. Ανέδειξε το πόσο βαθιά έχει ενσωματωθεί η ευαλωτότητα στον ίδιο τον τρόπο που λειτουργεί η παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Το Ιράν δεν χρειάστηκε να επιβάλει έναν κλασικό αποκλεισμό για να διαταράξει τις αγορές. Δεν έκλεισε το πέρασμα. Το επαναπροσδιόρισε. Εισήγαγε μια μορφή επιλεκτικής διέλευσης, ένα καθεστώς στο οποίο η ροή δεν σταματά, αλλά παύει να είναι ουδέτερη. Η έννοια του“flow control” δεν περιγράφει απλώς μια τακτική. Περιγράφει μια μετατόπιση ισχύος από την καταστροφή στην ρύθμιση, από τη σύγκρουση στην επιλογή.

Η απάντηση των Ηνωνένων Πολοτειών αποκαλύπτει κάτι εξίσου σημαντικό. Για να αποκατασταθεί η “κανονικότητα”, δεν αρκεί μια διπλωματική συμφωνία. Απαιτείται μια στρατιωτική επιχείρηση. Η ναρκοθέτηση του στενού, πραγματική ή δυνητική, μετατρέπει τη ναυσιπλοΐα σε ζήτημα ασφάλειας. Και η ασφάλεια με τη σειρά της απαιτεί έλεγχο. Το σχέδιο που διαμορφώνεται είναι αποκαλυπτικό. Πρώτα, πλήρης παύση της ναυσιπλοΐας. Καμία κίνηση κανένα ρίσκο. Έπειτα εκκαθάριση ναρκών με μέσα που συχνά δεν βρίσκονται καν έτοιμα στην περιοχή. Και τέλος, επανασχεδιασμός των θαλάσσιων διαδρομών, μετακινώντας τα εμπορικά κανάλια πιο κοντά στα χωρικά ύδατα του Ομάν, μακριά από την άμεση επιρροή του Ιράν.

Για δεκαετίες η κυρίαρχη αφήγηση της παγκοσμιοποίησης βασίστηκε στην υπόθεση ότι η αλληλεξάρτηση λειτουργεί ως μηχανισμός σταθερότητας. Όσο πιο συνδεδεμένα είναι τα κράτη τόσο μεγαλύτερο είναι το κόστος της διαταραχής. Στην πράξη όμως, αυτή η αλληλεξάρτηση δημιούργησε ένα σύστημα στο οποίο η διαταραχή δεν απαιτεί πλέον συνολική ρήξη. Αρκεί η στοχευμένη παρέμβαση σε κρίσιμα σημεία.

Η ειρωνεία είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν ο βασικός αρχιτέκτονας αυτού του μοντέλου. Μέσω κυρώσεων, χρηματοπιστωτικού ελέγχου και τεχνολογικών περιορισμών, μετέτρεψαν την οικονομική διασύνδεση σε εργαλείο επιβολής. Η χρήση του δολαρίου ως παγκόσμιου μηχανισμού συναλλαγών, η δυνατότητα αποκλεισμού κρατών από κρίσιμες τεχνολογίες, η επιβολή κανονιστικών πλαισίων με εξωεδαφική ισχύ, όλα αυτά συγκρότησαν ένα σύστημα στο οποίο η οικονομία λειτουργεί ως προέκταση της πολιτικής ισχύος.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι η αντιστροφή αυτής της λογικής. Η Κίνα μέσω του ελέγχου των σπάνιων γαιών, και το Ιράν μέσω της γεωγραφικής του θέσης, αξιοποιούν διαφορετικά αλλά συγγενή εργαλεία. Δεν πρόκειται για συμμετρική ισχύ, αλλά για συμμετρική δυνατότητα παρέμβασης. Η παγκόσμια οικονομία δεν ελέγχεται πλέον από ένα κέντρο, αλλά εκτίθεται σε πολλαπλά σημεία πίεσης. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι η άμεση διακοπή της ροής, αλλά η παραγωγή αβεβαιότητας. Όταν χιλιάδες πλοία καθυστερούν όχι επειδή απαγορεύεται η διέλευση, αλλά επειδή δεν είναι σαφές αν θα επιτραπεί, η αγορά αντιδρά προληπτικά. Οι ασφαλιστικές αυξάνουν τα ασφάλιστρα, οι ναυτιλιακές αναπροσαρμόζουν τα δρομολόγια, οι επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικές πριν εξαντληθούν οι υπάρχουσες επιλογές. Η αβεβαιότητα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομία παύει να είναι ένα ουδέτερο πεδίο ανταλλαγών και μετατρέπεται σε πεδίο διαχείρισης κινδύνου. Και αυτή η αλλαγή έχει συνέπειες που υπερβαίνουν τα άμεσα οικονομικά δεδομένα. Η αύξηση του κόστους ενέργειας, η διαταραχή των εφοδιαστικών αλυσίδων, η άνοδος των τιμών σε βασικά αγαθά, είναι αποτελέσματα μιας απρόβλεπτης αλλαγής. Της αλλαγής από ένα σύστημα προβλέψιμης ροής σε ένα σύστημα διαρκούς διαπραγμάτευσης της πρόσβασης.

Οι πολιτικές επιπτώσεις είναι εξίσου σημαντικές. Κράτη που μέχρι πρότινος βασίζονταν στην αδιάλειπτη λειτουργία συγκεκριμένων διαδρομών αναγκάζονται να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους. Επενδύσεις σε ενεργειακή αυτάρκεια, διαφοροποίηση προμηθευτών, δημιουργία εναλλακτικών υποδομών, αποκτούν νέα προτεραιότητα. Όχι ως επιλογές ανάπτυξης, αλλά ως μηχανισμοί άμυνας. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η έννοια της ισχύος γίνεται πιο διάχυτη και λιγότερο ορατή. Δεν εκφράζεται απαραίτητα μέσω στρατιωτικής υπεροχής, αλλά μέσω της ικανότητας να επηρεάζεις τις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργούν οι άλλοι. Το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του άμεσα, αλλά ποιος μπορεί να διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι επιλογές των άλλων καθίστανται περιορισμένες.

Αυτό που αποκαλύπτει η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν είναι μια προσωρινή ανωμαλία, αλλά ένα δομικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου. Η παγκοσμιοποίηση δεν εξάλειψε τις ζώνες ισχύος. Τις αναδιαμόρφωσε. Και σε αυτή τη νέα μορφή, η εξάρτηση δεν αποτελεί εγγύηση σταθερότητας αλλά πηγή πίεσης. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ότι αυτό το μοντέλο χρησιμοποιείται ήδη. Είναι ότι δύσκολα μπορεί να εγκαταλειφθεί. Όσο οι οικονομίες παραμένουν διασυνδεδεμένες, τα σημεία ελέγχου θα παραμένουν κρίσιμα. Και όσο αυτά τα σημεία παραμένουν συγκεντρωμένα, η δυνατότητα άσκησης πίεσης θα παραμένει διαθέσιμη. Δεν πρόκειται για το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Πρόκειται για την αποκάλυψη του πραγματικού της χαρακτήρα. Ένα σύστημα που δεν στηρίζεται στην ελευθερία της ροής αλλά στον έλεγχο της.