Δεκαπέντε λεπτά πριν από την τελευταία συναυλία της περιοδείας Eras, η Τέιλορ Σουίφτ στέκεται σε κύκλο με τους μουσικούς, τους χορευτές και τους τραγουδιστές της. Δεν είναι η εικόνα μιας ποπ σταρ πριν από το φινάλε ενός θριάμβου, είναι περισσότερο η εικόνα ενός ανθρώπου πριν από την ολοκλήρωση ενός μαραθωνίου. Τα λόγια της δεν έχουν στόμφο. Έχουν βάρος. Δεν μιλά σαν νικήτρια. Μιλά σαν κάποιος που έφτασε στο τέρμα χωρίς να είναι σίγουρος αν πρέπει να χαρεί ή απλώς να σταματήσει. Από αυτή τη στιγμή ξεκινά το The End of an Era, η σειρά ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων του Disney+ που επιχειρεί κάτι περισσότερο από μια καταγραφή της μεγαλύτερης περιοδείας στην ιστορία της μουσικής. Με 149 συναυλίες, 10 εκατομμύρια θεατές και έσοδα που ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, το Eras Tour δεν υπήρξε απλώς ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Υπήρξε ένα κοινωνικό και οικονομικό σύστημα σε κίνηση και η Swift, το κέντρο βάρους του.
Το ντοκιμαντέρ, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται τόσο να εντυπωσιάσει όσο να εξηγήσει. Να δείξει πώς χτίζεται μια συναυλία διάρκειας τριάμισι ωρών που επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε βράδυ, σε διαφορετικές πόλεις, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς περιθώριο αστοχίας. Και κυρίως, να δείξει το κόστος. Η Swift παρουσιάζεται ως ο απόλυτος εγκέφαλος της επιχείρησης: τελειομανής, οργανωτική, εμμονικά παρούσα σε κάθε λεπτομέρεια. Τίποτα δεν αφέθηκε στην τύχη: ούτε τα τραγούδια, ούτε οι παύσεις, ούτε οι αναπνοές, ούτε οι μηχανισμοί κάτω από τη σκηνή που τη μετακινούν αόρατα, ούτε το πώς πρέπει να διαχειριστεί η ίδια την ενέργειά της ώστε να μη «διαρρεύσει» φόβος στο κοινό. Γιατί, όπως λέει, όταν είσαι ο «αρχηγός του τσίρκου», το πλήθος αισθάνεται κάθε αλλαγή στη δική σου ψυχοσύνθεση Η Τέιλορ Σουίφτ δεν διοικούσε μια μπάντα. Διηύθυνε ένα σύστημα. Και κάθε σύστημα, όσο τέλειο κι αν είναι, φοβάται τη ρωγμή.

Η ρωγμή ήρθε στη Βιέννη. Τρεις συναυλίες ακυρώθηκαν, όχι από κακοκαιρία ή τεχνικό πρόβλημα, αλλά από κάτι πολύ πιο βαρύ: την πιθανότητα μαζικής βίας. Η Σουίφτ δεν πάτησε ποτέ στην πόλη. Ήταν ήδη στον αέρα όταν έμαθε για την απειλή. Στο ντοκιμαντέρ, η φωνή της σπάει όταν προσπαθεί να το επεξεργαστεί: «Γλιτώσαμε μια κατάσταση μαζικής σφαγής;» αναρωτιέται, σχεδόν ψιθυριστά. Δεν υπάρχει απάντηση μόνο ένα κενό που μεγαλώνει. Λίγες ημέρες πριν, παιδιά είχαν δολοφονηθεί σε σχολή χορού στην Αγγλία. Η μνήμη αυτή δεν λειτουργεί ως πληροφορία. Λειτουργεί σαν σκιά. Και ξαφνικά, το βάρος δεν είναι πια η σκηνή, αλλά οι άνθρωποι που βρίσκονται από κάτω της. Χιλιάδες σώματα, πρόσωπα, ιστορίες. Ευθύνη χωρίς άμυνα.
Εκεί αποκαλύπτεται η πιο σκληρή αντίφαση της ζωής της: η επίγνωση ότι αυτό που κάνει, όσο σημαντικό κι αν είναι για εκατομμύρια ανθρώπους, παραμένει μια συναυλία. Όχι ζήτημα ζωής και θανάτου. Και ταυτόχρονα, η απόλυτη αίσθηση ευθύνης απέναντι σε αυτούς που βρίσκονται κάτω από τη σκηνή στο σκοτάδι του σταδίου. «Η δουλειά μου είναι να νιώσω όλα αυτά», λέει, «και μετά να τα κλείσω μέσα μου και να βγω να παίξω». Η παρομοίωση που χρησιμοποιεί είναι αποκαλυπτική: ο πιλότος εν μέσω αναταράξεων. Δεν έχει δικαίωμα στον πανικό. Το πλήρωμα και οι επιβάτες τον κοιτούν.

Μετά τη Βιέννη, οι συναυλίες στο Λονδίνο αποκτούν χαρακτήρα δοκιμασίας. Πρέπει να γίνουν και ταυτόχρονα πρέπει να τελειώσουν. Η Τέιλορ Σουίφτ μιλά για νευρικότητα που δεν ελέγχεται. Πριν από κάθε εμφάνιση στο Wembley, συναντά ιδιωτικά οικογένειες θυμάτων και επιζώντες βίαιων επιθέσεων. Οι κάμερες την καταγράφουν να περπατά μόνη σε έναν διάδρομο γεμάτο λουλούδια, ήδη ντυμένη για τη σκηνή, κλαίγοντας σιωπηλά. Λίγα λεπτά αργότερα, χαμογελά. Το κοινό δεν μαθαίνει ποτέ τι προηγήθηκε. Σε μια στιγμή αφοπλιστικής ειλικρίνειας, λέει σε φίλο της ότι, μετά το τέλος του ευρωπαϊκού σκέλους, θέλει να εξαφανιστεί. «Δεν θέλω να με παρακολουθούν σαν ζώο», λέει. «Νιώθω ότι με κυνηγούν». Δεν είναι δήλωση σταρ κουρασμένου από τη δημοσιότητα· είναι η φωνή ενός ανθρώπου που έχει μετατραπεί σε διαρκώς κινούμενο στόχο.

Το ντοκιμαντέρ επιστρέφει στην αρχή, όταν το Eras Tour ήταν ακόμη ιδέα. Δύο τραύματα το γέννησαν: η απώλεια του ελέγχου πάνω στη μουσική της και η πανδημία που ακύρωσε τη φυσική παρουσία. Η λύση ήταν μια τελετουργία μνήμης. Να περπατήσει ξανά μέσα από όλες τις εκδοχές του εαυτού της. Να τις ελέγξει. Να τις ονομάσει. Να τις σκηνοθετήσει. Κεφάλαια, εποχές, διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προσώπου. Μια δημόσια αυτοβιογραφία με σκηνικά.
Ίσως εκεί κρύβεται και το κλειδί του The End of an Era. Δεν πρόκειται απλώς για το τέλος μιας περιοδείας, αλλά για τη συνειδητοποίηση ότι η Σουίφτ έχει μάθει να ζει μέσα σε μια πραγματικότητα «πολύ μη πραγματική», όπως λέει η ίδια. Μια πραγματικότητα όπου η χαρά πρέπει να παραχθεί κατά παραγγελία, ο φόβος να κατασταλεί και η ανθρώπινη κόπωση να μην φτάσει ποτέ στην πρώτη σειρά. Κι όμως, όταν όλα τελειώνουν, όταν τα φώτα σβήνουν και η τελευταία νότα αιωρείται, η αντίδρασή της είναι παιδική. «Επιστρέψαμε», λέει γελώντας. «Ήταν το πιο διασκεδαστικό πράγμα».
Και όταν όλα τελειώνουν, όταν το στάδιο αδειάζει και η μηχανή σβήνει για λίγο, η φωνή της ακούγεται ξανά παιδική: «Ήταν το πιο διασκεδαστικό πράγμα». Ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό κομμάτι. Όχι το μέγεθος. Όχι ο φόβος. Αλλά το πόσο τέλεια έμαθε να αντέχει.





