Δεν είναι εύκολο να εξηγήσεις γιατί ο Θανάσης Βέγγος παραμένει τόσο παρών. Δεν είναι απλώς οι ταινίες ούτε οι ατάκες που επαναλαμβάνονται σχεδόν μηχανικά εδώ και δεκαετίες. Είναι η αίσθηση ότι αυτός ο άνθρωπος που έτρεχε διαρκώς χωρίς να προλαβαίνει, δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά στο τώρα. Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του ο Βέγγος δεν λειτουργεί ως ανάμνηση αλλά ως καθρέφτης. Και αυτός ο καθρέφτης δεν είναι πάντα ευχάριστος. Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του η εικόνα του παραμένει ανήσυχη, λαχανιασμένη, σχεδόν ενοχλητικά ζωντανή. Ένας άνθρωπος που τρέχει σε δρόμους, σκάλες, αυλές, γραφεία, γειτονιές, εργοστάσια, πλατείες, νοσοκομεία, τσίρκα και σκηνές. Τρέχει όχι επειδή βιάζεται να φτάσει κάπου, αλλά επειδή ο κόσμος γύρω του έχει στηθεί έτσι ώστε να μην προλαβαίνει κανείς. Ο Βέγγος δεν ήταν απλώς ένας κωμικός. Δεν σε έκανε να γελάς για να ξεχάσεις. Σε έκανε να γελάς για να καταλάβεις. Το γέλιο του δεν λειτουργούσε ως διαφυγή αλλά ως αποκάλυψη. Γελούσες με όσα συνέβαιναν στην οθόνη αλλά μέσα σου ήξερες ότι αυτά δεν ήταν υπερβολή. Ήταν η ίδια σου η ζωή.

Στις ταινίες του μιλούσε ασταμάτητα. «Ξέρεις από βέσπα;», «καλέ μου άνθρωπε», «δεν προλαβαίνω», «όλα είναι ατμός», είναι ατάκες που έγιναν καθημερινή γλώσσα. Στη ζωή του όμως ο Βέγγος δεν ήθελε να μιλάει για τον εαυτό του. Η σιωπή του δεν ήταν πόζα. Ήταν άμυνα ίσως και ηθική στάση. Δεν κατασκεύασε έναν μύθο γύρω από την προσωπικότητά του. Άφησε το έργο του να κάνει τη δουλειά. Και το έργο του μισό αιώνα μετά εξακολουθεί να μιλά πιο καθαρά από τις περισσότερες συνεντεύξεις.


Αυτό που τον έκανε μοναδικό δεν ήταν η ταχύτητα. Ήταν αυτό που κουβαλούσε μέσα της. Στο σώμα του υπήρχε η ένταση του ανθρώπου που δουλεύει, χρωστάει, φοβάται, παλεύει. Δεν έπαιζε έναν τύπο. Έμοιαζε να συμπυκνώνει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, αυτόν που δεν χωράει πουθενά αλλά συνεχίζει. Ο ίδιος έλεγε πως δεν έχει ταλέντο αλλά έχει φάτσα. Στην πραγματικότητα όμως ήξερε πολύ καλά τι κάνει. Απλώς δεν τον ενδιέφερε να το διαφημίσει. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να μη κοροϊδέψει τον θεατή. Να μη τον ξεγελάσει. Κάτι σπάνιο στον κινηματογράφο.
Γι’ αυτό και η κωμωδία του δεν ήταν ποτέ ακίνδυνη. Πίσω από κάθε σφαλιάρα υπήρχε μια χώρα που λειτουργεί με σφαλιάρες. Πίσω από κάθε τρέξιμο ένας άνθρωπος που δεν προλαβαίνει να ζήσει. Ο «καλός άνθρωπος» του Θανάση Βέγγου δεν ήταν χαριτωμένος. Ήταν επικίνδυνος για όποιον ήθελε τα πράγματα ήσυχα.
Η μεγάλη στροφή στην καριέρα του ήρθε με την ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;» του Ντίνου Κατσουρίδη. Η ταινία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1971 με βραβείο καλύτερης ταινίας και βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου για τον Βέγγο. Στην ταινία ο Βέγγος είναι ο άνθρωπος που φοβάται και μπλέκει. Και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται αληθινός. Η αντίσταση δεν έρχεται από γενναιότητα αλλά από ανάγκη.
Ο Βέγγος έγινε ο μεγάλος αντι-ήρωας του ελληνικού σινεμά. Όχι επειδή ήθελε, αλλά επειδή δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Δεν ήταν λεβέντης, ούτε μάγκας, ούτε σωτήρας. Ήταν αυτός που προσπαθεί να τη βγάλει καθαρή χωρίς να χάσει τον εαυτό του. Και αυτό αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο. Το σώμα του ήταν το βασικό του εργαλείο. Έπαιζε με τους ώμους, τα γόνατα, τον αυχένα, το λαχάνιασμα, το παραπάτημα, την απελπισμένη επιτάχυνση. Το τρέξιμό του δεν ήταν απλώς κωμικό εύρημα. Ήταν κοινωνιολογία σε κίνηση. Ο Έλληνας που τρέχει να προλάβει το μεροκάματο, την εφορία, τον γιατρό, τον έρωτα, το λεωφορείο, τον κλητήρα, την αστυνομία, την οικογένεια, τον χρόνο. Γι’ αυτό και η ατάκα «δεν προλαβαίνω» έγινε σχεδόν εθνικό σύμπτωμα. Δεν ήταν αστείο. Ήταν διάγνωση.

Πίσω από όλα αυτά υπήρχε ένας άνθρωπος εξαντλητικά σχολαστικός. Που μπορούσε να επιμείνει μέχρι εμμονής. Που πλήρωσε τις επιλογές του, χρεοκόπησε, ξανασηκώθηκε, ξαναδούλεψε. Όχι για να σώσει μια καριέρα, αλλά για να συνεχίσει να κάνει αυτό που ήξερε. Δεν ήταν επιχειρηματίας. Ήταν ένας ερασιτέχνης με την πιο τίμια και επικίνδυνη σημασία της λέξης: ένας άνθρωπος ερωτευμένος με αυτό που έκανε. Το παράδοξο είναι ότι έγινε μύθος χωρίς να το επιδιώξει. Δεν είχε τη σιγουριά του σταρ. Δεν ένιωθε άνετα με την επιτυχία. Τη φοβόταν. Γιατί ήξερε ότι το βόλεμα μπορεί να σε ακινητοποιήσει. Και για τον Βέγγο η ακινησία ήταν το τέλος.

Αργότερα όταν όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει, επέστρεψε αλλιώς. Στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου και στο «Όλα είναι δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη δεν τρέχει. Κοιτάζει. Και αυτό είναι ίσως πιο δυνατό. Γιατί δείχνει ότι είχε καταλάβει. Η φράση «η Ελλάδα πεθαίνει» ακούγεται σήμερα λιγότερο σαν δραματική υπερβολή και περισσότερο σαν προειδοποίηση από κάποιον που γνώριζε ότι οι χώρες δεν πεθαίνουν μόνο από φτώχεια, αλλά και από κόπωση, ψέμα, απώλεια μνήμης. Στο «Όλα είναι δρόμος» η τρυφερή του φιγούρα σκοτεινιάζει. Ο Βέγγος μπορεί πια να κρατήσει όπλο όχι για να γίνει τιμωρός, αλλά για να δείξει ότι ακόμη και η καλοσύνη έχει ένα όριο όταν βλέπει τον κόσμο να καταστρέφεται από την ασυνειδησία.
Η θεατρική του συνάντηση με τον Αριστοφάνη, στην «Ειρήνη» και στους «Αχαρνής», ήρθε αργά αλλά όχι τυχαία. Ο Βέγγος είχε πάντα κάτι αριστοφανικό, όχι επειδή ήταν απλώς λαϊκός κωμικός, αλλά επειδή η κωμωδία του είχε μέσα της πόλη, πόλεμο, πείνα, εξουσία, σώμα, βωμολοχία, φόβο, επιθυμία για ειρήνη. Ο Δικαιόπολις του ταίριαζε γιατί ο Βέγγος υπήρξε πάντα ένας άνθρωπος που ήθελε να τα βρει με τη ζωή και όχι με τους ισχυρούς. Να φτιάξει μια μικρή προσωπική συνθήκη ειρήνης μέσα σε έναν κόσμο που φώναζε, απαγόρευε, γελοιοποιούσε, απαιτούσε συμμόρφωση.
Δεκαπέντε χρόνια μετά ο Θανάσης Βέγγος μας αφορά επειδή η Ελλάδα του δεν έχει εξαφανιστεί. Άλλαξαν οι δρόμοι, οι υπηρεσίες, οι τράπεζες, τα νοσοκομεία, τα γραφεία, τα μέσα ενημέρωσης, οι λέξεις. Αλλά ο άνθρωπος που δεν προλαβαίνει είναι ακόμη εδώ. Ο άνθρωπος που παλεύει με συστήματα μεγαλύτερα από εκείνον είναι ακόμη εδώ. Ο άνθρωπος που γελά για να μη σπάσει είναι ακόμη εδώ. Ο άνθρωπος που δεν εμπιστεύεται εύκολα, που δουλεύει περισσότερο απ’ όσο αντέχει, που φοβάται το βόλεμα γιατί ξέρει ότι μπορεί να τον κάνει ακίνδυνο, που θέλει να μείνει έντιμος μέσα σε μια χώρα που συχνά επιβραβεύει το αντίθετο, είναι ακόμη εδώ.
Ο Θανάσης Βέγγος δεν χρειάζεται να εξηγηθεί. Είναι ένας άνθρωπος με μια βαλίτσα άγχος, ένα πρόσωπο γεμάτο ιστορία και μια καρδιά που ακόμη και όταν όλα γύρω της έλεγαν να σκληρύνει, επέμενε να παραμένει ανθρώπινη. Στο τέλος αυτό μετράει. Όχι πόσο έτρεξε. Αλλά ότι δεν έγινε ποτέ ένας από αυτούς που τον έτρεχαν.





