Skip to main content

Βγαίνοντας από το Διάβολος Φοράει Prada 2, αυτό που σου μένει δεν είναι κάποιο ρούχο ούτε μια ατάκα. Είναι η αίσθηση ότι κάτι έχει αλλάξει. Όχι η ταινία αλλά ο κόσμος της. Η Μιράντα Πρίστλεϊ είναι ακόμα εκεί. Η Μέριλ Στριπ δεν κάνει τίποτα λιγότερο από αυτό που θυμάσαι ατην πρώτη ταινία. Μιλάει χαμηλόφωνα, κοιτάει κοφτά, κινείται σαν να μην ακουμπάει πουθενά. Αλλά δεν φοβάσαι. Και αυτό είναι μάλλον το θέμα της ταινίας. Στο πρώτο Ο Διάβολος Φοράει Prada, η Μιράντα ήταν σύστημα εξουσίας. Δεν ήταν απλώς αυστηρή. Ήταν κάποια που μπορούσε να καθορίσει τι έχει αξία. Στο sequel μοιάζει να προσπαθεί να κρατήσει αυτή τη θέση ενώ το έδαφος έχει ήδη φύγει από κάτω της.

Το περιοδικό Runway λειτουργεί αλλά δεν κυριαρχεί. Υπάρχουν ακόμα συναντήσεις, φωτογραφήσεις, ρούχα που περνάνε μπροστά σου σαν να είσαι σε editorial. Αλλά δεν έχεις την αίσθηση ότι αυτά καθορίζουν κάτι έξω από το δωμάτιο που γίνονται. Σαν να βλέπεις μια πολύ καλή αναπαράσταση μιας εποχής που δεν υπάρχει πια. Η πιο ειλικρινής σκηνή δεν είναι σε κάποιο fashion week. Είναι στην επιστροφή της Άντι Σακς (Αν Χάθαγουεϊ). Δεν επιστρέφει γιατί θέλει. Επιστρέφει γιατί δεν υπάρχει που αλλού να πάει. Η δημοσιογραφία που κάποτε την έβγαλε από τον κόσμο της μόδας έχει συρρικνωθεί, έχει απαξιωθεί και από χρήμα και από χρόνο.

Η εικόνα των δημοσιογράφων που απολύονται με ένα μήνυμα στο κινητό δεν μοιάζει με σεναριακή υπερβολή, είναι μια αναφορά σε μια κανονικότητα που έχει ήδη εδραιωθεί. Αυτό λέει περισσότερα για την ταινία από οποιοδήποτε άλλη συζήτηση περί μόδας. Εκεί που το πρώτο φιλμ έστηνε ένα δίλημμα ανάμεσα στην σοβαρή δημοσιογραφία και την επιφανειακή λάμψη της μόδας, το sequel δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες. Το δίλημμα έχει εξαφανιστεί γιατί ο ένας πόλος έχει ήδη καταρρεύσει. Δεν πρόκειται πια για επιλογή καριέρας. Πρόκειται για επιβίωση.

Ο Διάβολος Φοράει Prada 2 αρχίζει να λειτουργεί λιγότερο ως ταινία και περισσότερο ως αλληγορία. Το Runway δεν είναι ένα περιοδικό μόδας. Είναι όλα τα περιοδικά μαζί. Είναι η εποχή που η αισθητική είχε ιεραρχία, που η υπογραφή μετρούσε, που κάποιος μπορούσε να πει αυτό έχει σημασία, και να τον πιστέψουν. Η ταινία το γνωρίζει αυτό και το υπονομεύει διαρκώς. Μέσα σε ένα σύμπαν γεμάτο πολυτέλεια και επιδείξεις, οι αποφάσεις παίρνονται από δύο φιγούρες που δεν ανήκουν στον κόσμο της μόδας. Ένας κληρονόμος και ένας τύπος που βλέπει το περιοδικό σαν data και μετρήσεις μόνο. Δύο χαρακτήρες που δεν ενδιαφέρονται για την αισθητική αλλά για την απόδοση. Είναι αυτοί που αποφασίζουν. Και αυτό είναι ίσως το πιο ρεαλιστικό στοιχείο της ταινίας.

Σήμερα η εξουσία έχει αλλάξει. Από τους editors στους αλγόριθμους. Από τις σελίδες στα feeds. Από την κρίση στην ταχύτητα. Η Μιράντα μπορεί ακόμη να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος, αλλά αυτό δεν αρκεί. Γιατί το σωστό δεν είναι απαραίτητα αυτό που θα δει κανείς. Παρόλα αυτά η ταινία δεν είναι κυνική μέχρι τέλους. Δεν γκρεμίζει για να γκρεμίσει. Επιμένει ότι κάτι αξίζει να σωθεί. Ότι η εργασία που γίνεται με φροντίδα, η αισθητική που δεν υποχωρεί, οι σχέσεις που χτίζονται μέσα σε ένα περιβάλλον πίεσης, έχουν ακόμη νόημα. Όχι επειδή θα νικήσουν. Αλλά επειδή υπάρχουν.

Η πιο ενδιαφέρουσα αλλαγή ανήκει στην Άντι. Δεν είναι πια το κορίτσι που προσπαθεί να αντέξει. Είναι μια γυναίκα που επιλέγει να μείνει. Όχι από αφέλεια, αλλά από συνείδηση. Και αυτή η επιλογή, να υπερασπιστεί κάτι που τελειώνει, είναι ίσως η μόνη πράξη αντίστασης που απομένει.

Στο τέλος η ταινία πουλάει αυτό που πάντα πουλούσε: στυλ, ρυθμό, έξυπνες ατάκες, μια φαντασίωση Νέας Υόρκης που δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς έτσι. Αλλά κάτω από αυτό υπάρχει κάτι πιο ειλικρινές. Μια παραδοχή. Ότι οι αυτοκρατορίες πέφτουν. Ότι η επιρροή μετακινείται. Σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να ζητάει άδεια, το μόνο που μένει είναι η ικανοποίηση ότι έκανες τη δουλειά σου καλά και ότι κάποιος, κάπου, το πρόσεξε. Και ίσως γι αυτό φεύγοντας από τον κινηματογράφο δεν θυμάμαι τι φορούσε ποιος, αλλά ότι κάποτε αυτά είχαν σημασία.