Το The Wall των Pink Floyd δεν ξεκινάει όταν πατήσεις play. Ξεκινάει πολύ νωρίτερα, τη στιγμή που αρχίζεις να απομακρύνεσαι λίγο από τους άλλους χωρίς να το καταλάβεις. Τη στιγμή που κάτι μικρό σε ενοχλεί, κάτι λίγο σε πληγώνει, κάτι ανεπαίσθητο σε κάνει να τραβηχτείς μισό βήμα πίσω. Και μετά άλλο μισό. Και μετά άλλο ένα. Κάπως έτσι χωρίς δράμα, χωρίς μουσική υπόκρουση, αρχίζει να χτίζεται ένας τοίχος. Το The Wall δεν είναι ένας δίσκος για έναν άνθρωπο που καταρρέει. Είναι για έναν άνθρωπο που λειτουργεί. Που συνεχίζει. Που βγαίνει στη σκηνή, που μιλάει, που δουλεύει, που υπάρχει αλλά δεν είναι πια εκεί. Ο Pink, ο κεντρικός χαρακτήρας, δεν είναι μια εξαιρετική περίπτωση. Είναι η πιο οικεία. Τρία πράγματα σε κρατάνε μέσα στον τοίχο: αυτό που κουβαλάς, αυτό που πουλάς και αυτό που δεν ξέρεις αν θα γίνεις.
Η ιδιοφυΐα του Ρότζερ Γουότερς δεν βρίσκεται στο ότι αφηγείται μια ιστορία. Βρίσκεται στο ότι σε βάζει μέσα σε έναν μηχανισμό. Κάθε τραύμα, κάθε απώλεια, κάθε μικρή ρωγμή δεν εξαφανίζεται. Γίνεται υλικό. Ένα ακόμα τούβλο. Ο πατέρας που δεν γύρισε ποτέ. Η μητέρα που αγάπησε με τρόπο που πνίγει. Οι δάσκαλοι που μπέρδεψαν την πειθαρχία με τη βία. Οι σχέσεις που κατέρρευσαν αθόρυβα. Δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει τα ίδια για να αναγνωρίσεις το αποτέλεσμα. Το πιο ανησυχητικό στο The Wall είναι ότι δεν υπάρχει κορύφωση. Δεν υπάρχει η στιγμή που όλα σπάνε. Υπάρχει μόνο συσσώρευση σχεδόν αόρατη. Όπως στη ζωή.
Κάπου εκεί το προσωπικό γίνεται πολιτικό. Όχι με συνθήματα αλλά με μια αίσθηση που δεν φεύγει. Ο Pink γίνεται διάσημος. Πετυχαίνει. Το όνομά του γεμίζει χώρους. Και όμως, όσο μεγαλώνει το κοινό τόσο μικραίνει ο ίδιος. Η μουσική του παύει να του ανήκει. Η εικόνα του γίνεται προϊόν. Οι άνθρωποι που τον κοιτάζουν δεν θέλουν να τον γνωρίσουν, θέλουν να τον καταναλώσουν.
Είναι η στιγμή που το The Wall σταματά να είναι μια ιστορία για έναν καλλιτέχνη και γίνεται κάτι πολύ πιο άβολο. Ένας καθρέφτης για το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Ό,τι παράγεις απομακρύνεται από σένα. Ό,τι είσαι μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να αποδείξεις. Και τελικά το χειρότερο δεν είναι ότι χάνεις τον εαυτό σου, είναι ότι συνηθίζεις να ζεις χωρίς αυτόν.
Στην πιο εμβληματική του εκδοχή, το έργο μεταφέρεται στον κινηματογράφο από τον Άλαν Πάρκερ με τον Μπομπ Γκέλντοφ στον ρόλο του Pink. Εκεί, ο τοίχος δεν είναι πια μεταφορά. Είναι κυριολεκτικός. Υψώνεται ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό. Μια συναυλία χωρίς επαφή. Ένα θέαμα χωρίς παρουσία. Οι θεατές πληρώνουν για να δουν την απουσία. Η πιο προφητική εικόνα του έργου.
Γιατί το The Wall δεν ανήκει μόνο στη δεκαετία του ’70. Ανήκει στο τώρα. Στον τρόπο που μιλάμε χωρίς να ακούμε. Στον τρόπο που εκθέτουμε τα πάντα χωρίς να δείχνουμε τίποτα. Στην ανάγκη να είμαστε ορατοί χωρίς να είμαστε πραγματικά παρόντες. Ο τοίχος δεν είναι πια εξαίρεση. Είναι η στιγμή που αναρωτιέσαι, τι υπάρχει από την άλλη πλευρά; Το Τhe Wall δεν απαντά ποτέ ξεκάθαρα Ο Pink φτάνει σε μια μορφή κρίσης. Μια δίκη χωρίς σαφείς κανόνες. Μια κατάρρευση που μοιάζει περισσότερο με αποκάλυψη. Ο τοίχος γκρεμίζεται ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Αλλά η αίσθηση που μένει δεν είναι λύτρωση. Είναι αμφιβολία.
Γιατί αν ο τοίχος σε προστάτευε, τι γίνεται όταν φύγει; Και αν δεν υπήρχε ποτέ κάτι πίσω του; Αν ο τοίχος δεν έκρυβε τον εαυτό σου, αλλά ήταν ο εαυτός σου; Το The Wall. Δεν προσφέρει απαντήσεις. Δεν υπόσχεται επιστροφή. Δεν σου λέει ότι όλα θα πάνε καλά. Σου λέει κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο δύσκολο. Αυτό που σε απομονώνει σε ορίζει κιόλας.
Εκεί ανάμεσα στα τραγούδια, στις εικόνες, στις σιωπές, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ο τοίχος δεν χτίστηκε μια φορά. Χτίζεται κάθε μέρα. Σε κάθε μικρή απόσταση που αφήνεις. Σε κάθε πράγμα που δεν λες. Σε κάθε στιγμή που επιλέγεις να μείνεις ασφαλής αντί να είσαι αληθινός. Το The Wall δεν είναι μια ιστορία που τελειώνει. Είναι ένας κύκλος που επιστρέφει στην αρχή του. «Isn’t this where we came in?» ρωτάει. Και η ερώτηση δεν αφορά τον Pink. Αφορά εσένα.





