Το πρόβλημα δεν είναι πάντα το ίδιο το γεγονός. Είναι ο τρόπος που περιγράφεται. Στο σημερινό του μήνυμα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε καθαρά, μετρημένα, σχεδόν εξομολογητικά. Μίλησε για ευθύνες, για παθογένειες, για ένα σύστημα που κουβαλά δεκαετίες. Μίλησε για μεταρρυθμίσεις, για ψηφιακό κράτος, για ένα μέλλον όπου το “μέσο” δεν θα έχει θέση. Αλλά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι δεν ήταν αυτά που είπε. Ήταν αυτό που δεν είπε.
Δεν είπε ότι είναι εξαίρεση. Δεν είπε ότι θα διορθωθεί. Δεν είπε ότι αφορά λίγους. Αντίθετα, σχεδόν το περιέγραψε ως κάτι δεδομένο. Όταν ένας πρωθυπουργός δηλώνει ότι «όποιος βουλευτής ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση είναι ψεύτης», δεν κάνει αυτοκριτική. Περιγράφει τον κανονισμό λειτουργίας. Μετακινεί τη συζήτηση από το «αν συμβαίνει» στο «πώς συμβαίνει». Και κάπου εκεί, η λέξη«σκάνδαλο» αρχίζει να χάνει το βάρος της. Γιατί αν όλοι γνωρίζουν, αν όλοι συμμετέχουν, αν όλοι λίγο ή πολύ, έχουν υπάρξει μέρος αυτής της σχέσης, τότε δεν είναι παρέκκλιση. Είναι ο κανόνας. Και αυτό δεν ειπώθηκε ποτέ ευθέως.
Δεν ειπώθηκε ποτέ ότι το ρουσφέτι δεν είναι απλώς μια παθολογία του συστήματος. Είναι το ίδιο το σύστημα σε λειτουργία. Δεν ειπώθηκε ότι η πολιτική σχέση στην Ελλάδα χτίστηκε για δεκαετίες πάνω σε αυτή την αόρατη συμφωνία: εγώ μπορώ, εσύ ζητάς. Τελικά το πρόβλημα δεν είναι το ρουσφέτι, αλλά ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν πως δεν υπάρχει. Και όταν προσθέτει ότι «κανείς από τους Βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος», κάνει κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Αλλάζει τον ορισμό της διαφθοράς. Σου λέει ότι αν δεν έβαλε ο βουλευτής ή ο υπουργός λεφτά στην τσέπη, δεν υπάρχει σκάνδαλο. Είναι διαδικασία. Αν απλώς έσπρωξε μια υπόθεση, αν διευκόλυνε έναν «δικό του», αν μετέτρεψε το κράτος σε προσωπικό δίκτυο αυτό δεν είναι σκάνδαλο. Είναι πολιτική. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Όταν ένα πρόβλημα παρουσιάζεται ως διαχρονικό παύει να είναι επείγον. Όταν παρουσιάζεται ως καθολικό παύει να είναι συγκεκριμένο. Και όταν παύει να είναι συγκεκριμένο παύει να έχει υπεύθυνους. Δεν χρειάζεται να αρνηθείς ένα σκάνδαλο για να το αφοπλίσεις. Aρκεί να το απλώσεις τόσο πολύ ώστε να χαθεί μέσα στην ίδια του τη γενίκευση. Και τότε, η λέξη «σκάνδαλο» αρχίζει να ακούγεται σχεδόν υπερβολική.
Γιατί αν «όλοι κάνουν εξυπηρετήσεις» τότε το πρόβλημα δεν είναι η πράξη. Είναι η πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα δεν καταγγέλλεται. Γίνεται αποδεκτή και η ευθύνη αλλάζει μορφή. Δεν ανήκει σε πρόσωπα. Δεν ανήκει καν σε αποφάσεις. Ανήκει σε μια αόριστη «κουλτούρα», σε ένα «βαθύ κράτος», σε κάτι που υπάρχει παντού και άρα πουθενά συγκεκριμένα. Και όταν η ευθύνη γίνεται αόριστη γίνεται και ακίνδυνη. Δεν μπορείς να την εντοπίσεις. Δεν μπορείς να τη συγκρουστείς μαζί της. Μπορείς μόνο να τη διαχειριστείς.
Και εδώ έρχεται το δεύτερο επίπεδο. Η λύση. Όχι πολιτική. Όχι θεσμική. Τεχνολογική.
Δορυφόροι. Ψηφιακά ίχνη. Αυτόματες διαδικασίες. Ένα κράτος που λειτουργεί χωρίς τη μεσολάβηση ανθρώπων. Αυτό παρουσιάζεται ως πρόοδος. Και σε έναν βαθμό, είναι. Αλλά ταυτόχρονα είναι και μια παραδοχή. Είναι αποδοχή ήττας ότι το σύστημα δεν αλλάζει από μέσα. Αλλάζει απ’ έξω.
Δεν θεραπεύεις τη λειτουργία. Μειώνεις τις δυνατότητες παρέμβασης. Δεν χτίζεις εμπιστοσύνη. Μειώνεις την ανάγκη για αυτήν. Και κάπου εκεί χωρίς να ειπωθεί ποτέ καθαρά, διαμορφώνεται μια νέα κανονικότητα. Δεν περιμένεις το σύστημα να γίνει καλύτερο. Περιμένεις να γίνει πιο απρόσωπο. Και ίσως η πιο ειλικρινής και ταυτόχρονα πιο ανησυχητική στιγμή του μηνύματος του πρωθυπουργού δεν ήταν η αυτοκριτική. Ήταν ότι δεν περιμένουμε πια από το πολιτικό σύστημα να γίνει καλύτερο. Περιμένουμε να γίνει πιο απρόσωπο. Να λειτουργεί χωρίς παρεμβάσεις όχι επειδή δεν υπάρχουν προθέσεις, αλλά επειδή δεν υπάρχει πια άλλος τρόπος. Αυτό δεν είναι λύση. Είναι αναπροσαρμογή και το σκάνδαλο παύει να είναι γεγονός. Γίνεται αφήγηση. Και η αφήγηση αν ειπωθεί σωστά δεν χρειάζεται να σε πείσει. Αρκεί να σε κουράσει.
Μέχρι να πάψεις να ρωτάς.
Αν το πρόβλημα είναι διαχρονικό, αν διατρέχει κυβερνήσεις και δεκαετίες, αν είναι κομμάτι της ίδιας της δομής, τότε ποιος πραγματικά φταίει;
Αν κανείς δεν φταίει ολοκληρωτικά, τότε ποιος μπορεί να το αλλάξει;
Μέχρι να αποδεχτείς ότι «έτσι λειτουργούν τα πράγματα».
Και τότε, το πρόβλημα δεν είναι πια το σκάνδαλο.
Είναι ότι δεν το βλέπεις ως σκάνδαλο.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





