Στα 22 του, ο Κάρλος Αλκαράθ δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ο καλύτερος παίκτης της νέας γενιάς. Οι ίδιοι οι αντίπαλοί του περιγράφουν κάτι πιο συγκεκριμένο: δεν ξέρουν ποια μπάλα να παίξουν απέναντί του. Μετά από συνεχόμενους τελικούς Grand Slam, η εμπειρία δεν μοιάζει με αγώνα όπου ο καλύτερος επιβάλλεται, αλλά με αγώνα όπου η σωστή απόφαση αλλάζει διαρκώς.
Ο Νόβακ Τζόκοβιτς λέει ότι θυμίζει την ένταση του Ραφαέλ Ναδάλ και την πληρότητα του Ρότζερ Φέντερερ, έναν παίκτη χωρίς σταθερό ύφος. Άλλοι το περιγράφουν πιο απλά: δεν υπάρχει ουδέτερη μπάλα και δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη. Αν του δοθεί χρόνος, ο πόντος τελειώνει· αν δεν του δοθεί, πάλι βρίσκει λύση.
Οι αγώνες απέναντί του αρχίζουν φυσιολογικά και έπειτα κάτι αλλάζει. Ο αντίπαλος καθυστερεί ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να αποφασίσει και ήδη βρίσκεται εκτός θέσης. Η μπάλα έρχεται από γωνία που δεν περίμενε ή με ταχύτητα που δεν υπολόγισε. Δεν πρόκειται για ένα συγκεκριμένο χτύπημα αλλά για την αίσθηση ότι το επόμενο δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Τότε ξεκινούν τα λάθη. Οι παίκτες επιταχύνουν περισσότερο απ’ όσο συνηθίζουν, σημαδεύουν γραμμές αντί για βάθος και παίρνουν ρίσκα που δεν ανήκουν στο παιχνίδι τους. Όχι επειδή είναι σωστό αλλά επειδή η κανονική επιλογή δεν αρκεί. Περιγράφουν ότι παίζουν το καλύτερο τένις τους και πάλι δεν μπορούν να τον διαπεράσουν. Η ήττα έρχεται τη στιγμή που αρχίζουν να αμφιβάλλουν για κάθε επόμενη μπάλα.
Λίγες εβδομάδες μετά την ήττα του στον τελικό του Roland Garros 2024, ο Νο4 στον κόσμο Αλεξάντερ Ζβέρεφ, είπε: «Αν του δώσεις χρόνο, αν του δώσεις την επιλογή να ελέγχει τους πόντους, δεν θα κερδίσεις ούτε έναν. Αν απλώς παίζεις ράλι στο κέντρο μαζί του, θα χάσεις εννιά στις δέκα φορές. Αυτό είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του. Κάθε ευκαιρία που θα του δώσεις θα την πάρει και θα σου βγάλει τη ρακέτα από τα χέρια. Κάτι παρόμοιο είχε ο Φέντερερ. Έχει επίσης στοιχεία από τον Νόβακ και τον Ράφα: τα ψηλά topspin, το γλίστρημα σε κάθε επιφάνεια είναι πολύ “Νόβακ”. Ο Κάρλος είναι κάποιος που μπορεί να ελέγχει τους πόντους όπως κανείς άλλος στο τένις αυτή τη στιγμή».
Για χρόνια το ανδρικό τένις είχε μια σταθερή λογική: πρώτα βρίσκεις ρυθμό, μετά χτίζεις τον πόντο και στο τέλος επιτίθεσαι. Οι κορυφαίοι παίκτες διέφεραν στο πώς το έκαναν και όχι στο ότι το έκαναν. Απέναντι στον Αλκαράθ ο ρυθμός αυτός δεν υπάρχει ποτέ. Ο πόντος ξεκινά επίθεση, γίνεται άμυνα και ξαναγίνεται επίθεση μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Αυτό αναγκάζει τον αντίπαλο να παίζει διαρκώς εκτός σχεδίου. Δεν μπορεί να περιμένει τη σωστή στιγμή· πρέπει να τη δημιουργήσει ενώ ήδη αμύνεται. Και όσο περισσότερο σκέφτεται, τόσο λιγότερο χρόνο έχει. Γι’ αυτό οι αγώνες μαζί του φαίνονται γρήγοροι ακόμη κι όταν κρατούν ώρες — δεν λείπει ο χρόνος στο ρολόι, λείπει ο χρόνος στη σκέψη.
Η ταχύτητα και η δύναμη είναι ορατές, όμως η πραγματική διαφορά βρίσκεται στην απόφαση. Αν καθυστερήσεις ελάχιστα, ο πόντος έχει χαθεί. Δεν σε νικά μόνο με κερδισμένους πόντους, σε νικά γιατί σε αναγκάζει να αποφασίζεις συνεχώς χωρίς βεβαιότητα.
Οι παίκτες φεύγουν από το γήπεδο χωρίς σαφή απάντηση στο πιο απλό ερώτημα: τι έπρεπε να είχαν κάνει διαφορετικά. Γι’ αυτό η εμπειρία απέναντί του περιγράφεται σχεδόν ίδια από όλους. Δεν αισθάνονται ότι αντιμετώπισαν έναν καλύτερο αθλητή, αλλά έναν αγώνα που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Ο ίδιος ο Αλκαράθ λέει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που δημιουργεί είναι η απρόβλεπτη ποικιλία: «Ο αντίπαλος δεν ξέρει τι έρχεται. Πρέπει να επιτεθεί και να αμυνθεί τέλεια για να μείνει στον πόντο».
Σήμερα το δυσκολότερο πράγμα στο ανδρικό τένις δεν είναι να τρέξεις περισσότερο από τον Αλκαράθ, είναι να προβλέψεις την επόμενη μπάλα.





