Skip to main content

Σαράντα έξι χρόνια μετά τον θάνατό του, η φωνή, το ήθος και η στάση ζωής του Νίκου Ξυλούρη παραμένουν επίκαιρα.

Σαράντα έξι χρόνια δεν είναι αρκετά για να ξεθωριάσει μια φωνή που δεν φτιάχτηκε για το αρχείο. Κάθε Φλεβάρη, σχεδόν ανεπαίσθητα, ο Νίκος Ξυλούρης επιστρέφει όχι σαν επέτειος αλλά σαν ανάγκη. Δεν ακούγεται «παλιός». Ακούγεται απαραίτητος. Σαν μια υπενθύμιση που δεν έρχεται για να συγκινήσει, αλλά για να μας θυμίσει πώς στέκεται κανείς όταν η εποχή θολώνει τις λέξεις και φθείρει τα μέτρα. Η φωνή του κουβαλούσε τόπο. Όχι ως στολή, αλλά ως ευθύνη. Από τα Ανώγεια μέχρι την Αθήνα της δικτατορίας, από τα ριζίτικα που έσπασαν τα γεωγραφικά τους σύνορα μέχρι τα έργα που ένωσαν τον ποιητικό λόγο με το καθημερινό βίωμα, ο Ξυλούρης δεν «μετέφερε» απλώς την παράδοση. Την κίνησε. Την έβαλε να περπατήσει μέσα στην πόλη, στο θέατρο, στο στούντιο και, όταν χρειάστηκε, μέσα στην ιστορία την ίδια. Η εντοπιότητα δεν έγινε ποτέ κλουβί. Έγινε αφετηρία.

Δεν ήταν ζήτημα τεχνικής. Ήταν ζήτημα στάσης. Ο τρόπος που έλεγε τις λέξεις, η ανάσα πριν από τον στίχο, η ακρίβεια χωρίς στόμφο, έκανε τον ποιητικό λόγο να μοιάζει καθημερινός χωρίς να χάνει το βάθος του. Έμοιαζε σαν να περνά η ποίηση από το στόμα ενός ανθρώπου που δεν τη χρησιμοποιεί για να εντυπωσιάσει, αλλά για να σταθεί όρθιος. Εδώ βρίσκεται το πρώτο μάθημα που επιμένει, Η δύναμη δεν χρειάζεται ένταση. Χρειάζεται καθαρότητα.

Νίκος Ξυλούρης, Χρήστος Λεοντής

Στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του ’70, όπου η λογοκρισία δεν ήταν μόνο απαγόρευση αλλά ατμόσφαιρα, η φωνή του έγινε σήμα. Όχι επειδή φώναζε, αλλά επειδή δεν δίσταζε. Στις μπουάτ της Πλάκας, στο θέατρο, στους δίσκους που άλλαζαν χέρια σαν μυστικά, η καθαρότητα λειτουργούσε ως πολιτική πράξη χωρίς να χρειάζεται να δηλωθεί. Το τραγούδι δεν έκανε «δήλωση». Έκανε χώρο. Κι ύστερα ήρθε Το Μεγάλο μας Τσίρκο. Όχι απλώς μια παράσταση-ορόσημο, αλλά μια στιγμή όπου η τέχνη και η συλλογική μνήμη συναντήθηκαν σε πραγματικό χρόνο. Εκεί, ο Ξυλούρης δεν στάθηκε ως φιλοξενούμενος. Έγινε αφηγητής μιας ιστορίας που τότε δεν μπορούσε να ειπωθεί ευθέως. Το μάθημα εδώ είναι σκληρό και απλό. Όταν η εποχή σου μετράει τις λέξεις, η ευθύνη του καλλιτέχνη δεν είναι να μιλήσει περισσότερο, είναι να μιλήσει ακριβώς.

Η εικόνα του στο Πολυτεχνείο λειτουργεί σήμερα σαν σύμβολο. Αλλά η δύναμή της δεν βρίσκεται στην ηρωοποίηση. Βρίσκεται στην κανονικότητα της πράξης. Στο ότι, σε μια στιγμή που όλα ήταν μετρημένα, κάποιος φέρθηκε σαν να μην υπήρχε άλλη επιλογή από το να είναι εκεί. Κάποιες αποφάσεις δεν παίρνονται για να γραφτούν. Παίρνονται γιατί αλλιώς δεν αντέχεις να κοιτάξεις τον εαυτό σου.

Κάπου εδώ, η σκέψη φεύγει αναπόφευκτα έξω από τα ελληνικά σύνορα. Όχι για να «μεγαλώσει» τον Ξυλούρη με διεθνείς συγκρίσεις, αλλά για να τον δει μέσα σε μια σπάνια οικογένεια καλλιτεχνών που δεν ορίζονται από είδος ή χώρα, αλλά από στάση. Αυτοί οι παραλληλισμοί δεν λειτουργούν για να «μεταφράσουν» τον Ξυλούρη σε ξένους όρους. Λειτουργούν για να φωτίσουν αυτό που συχνά χάνεται όταν τον αντιμετωπίζουμε μόνο ως εθνικό σύμβολο. Ο Ξυλούρης δεν ήταν μια ελληνική εξαίρεση. Ήταν μέρος μιας παγκόσμιας, σπάνιας κατηγορίας καλλιτεχνών που δεν επιδίωξαν να αρέσουν στην εποχή τους, αλλά να σταθούν όρθιοι μέσα της. Γι’ αυτό και η φωνή του δεν ακούγεται σήμερα «ιστορική». Ακούγεται επίκαιρη. Όχι επειδή οι συνθήκες επαναλαμβάνονται, αλλά επειδή τα ερωτήματα μένουν. Αν είχε γεννηθεί αλλού, ίσως να μιλούσαμε γι’ αυτόν όπως μιλάμε για τον Τζόνι Κας. Όχι ως μεγάλο τραγουδιστή, αλλά ως φωνή που κουβαλά κοινωνικό βάρος. Ο Κας δεν ήταν η «ωραία» φωνή της αμερικανικής κάντρι, ήταν η φωνή των φυλακισμένων, των απόκληρων, των ανθρώπων που ζούσαν στο περιθώριο της μεγάλης αφήγησης. Δεν τραγουδούσε για αυτούς. Τραγουδούσε μαζί τους. Κάπως έτσι και ο Ξυλούρης. Δεν ύψωσε ποτέ τη φωνή του πάνω από τον κόσμο. Την κράτησε στο ίδιο ύψος.

Νίκος Ξυλούρης, Τζένη Καρέζη

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πιο σκοτεινή συγγένεια. Ο Βίκτορ Χάρα υπήρξε κάτι περισσότερο από τραγουδιστής, υπήρξε δημόσια συνείδηση. Η τέχνη του δεν σχολίαζε απλώς την εποχή του, τη διέσχιζε. Και πλήρωσε γι’ αυτό. Ο Ξυλούρης δεν είχε το ίδιο τέλος, αλλά μοιράστηκε το ίδιο ρίσκο. Να μη διαχωρίσει ποτέ την τέχνη από την ευθύνη. Να μη χρησιμοποιήσει το τραγούδι ως ασφαλές καταφύγιο, αλλά ως τρόπο παρουσίας. Και οι δύο δείχνουν κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν παράταιρο. Ο καλλιτέχνης μπορεί να είναι επικίνδυνος χωρίς να φωνάζει, απλώς και μόνο επειδή είναι καθαρός.

Οι συνεργασίες του Ξυλούρη μοιάζουν σήμερα σαν χάρτης μιας ολόκληρης διαδρομής του ελληνικού τραγουδιού προς κάτι νέο. Με συνεργασίες που χαρτογραφούν την πιο απαιτητική πλευρά της ελληνικής μουσικής δημιουργίας (Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λεοντής, Ανδριόπουλος κ.ά.), έδειξε πως η παράδοση δεν είναι αντίπαλος της νεωτερικότητας· είναι το υλικό της. Έργα που άνοιξαν δρόμους ανάμεσα στο δημοτικό, στο λόγιο, στο έντεχνο, χωρίς να ζητούν από τον ακροατή να διαλέξει στρατόπεδο. Με εκείνον, η παράδοση έπαψε να είναι ήσυχη γωνιά ταυτότητας και έγινε ενεργό υλικό. Κάτι που μπορεί να σταθεί στην πόλη, στο θέατρο, στο στούντιο, στη συλλογική μνήμη, χωρίς να χάνει τη ρίζα του.

Νίκος Ξυλούρης, Γιάννης Κακουλίδης, Χριστόδουλος Χάλαρης

Μετά τη Μεταπολίτευση, το ρεπερτόριο άνοιξε. Υπήρξαν τραγούδια ερωτικά, καθημερινά, πιο φωτεινά. Όχι ως «απόδραση» από το συλλογικό, αλλά ως υπενθύμιση ότι ένας άνθρωπος δεν είναι μονοδιάστατος. Η φωνή που μπορεί να σηκώσει το κοινό βάρος έχει δικαίωμα και στο προσωπικό. Εκεί ξεκαθαρίζει ένα ακόμη μάθημα: η συνέπεια δεν είναι ακαμψία. Είναι ελευθερία με πυρήνα. Το ήθος του —εκείνο το δυσκολότερο να μεταφερθεί σε κείμενο— φαίνεται στις μικρές ιστορίες, στις μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν, στη φράση που μένει: «δεν ήταν πλασμένος για τις δημόσιες σχέσεις, για τις σκοπιμότητες». Δεν άντεχε τον θόρυβο της «διαχείρισης». Αυτή η ανθρώπινη πλευρά δεν αποδυναμώνει τον μύθο. Τον εξηγεί. Γιατί οι μύθοι που αντέχουν δεν γεννιούνται από το εξαιρετικό, αλλά από το αληθινό.

Η βράβευση για τα Ριζίτικα από τη Γαλλική Ακαδημία με το βραβείο «Charles Cros» το 1976 έχει αξία όχι ως «παράσημο», αλλά ως ένδειξη ότι αυτό που έμοιαζε τοπικό μπορούσε να σταθεί διεθνώς χωρίς να μεταμφιεστεί. Κι εδώ βρίσκεται ακόμα ένα μεγάλο του μήνυμα. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «μικρύνει» για να γίνει αποδεκτή. Μπορεί να γίνει ακριβώς το αντίθετο πιο καθαρή, πιο απλή, πιο ουσιαστική. Να λέει «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη», όχι ως αγένεια, αλλά ως καθαρότητα

Πέθανε νέος, και βιολογικά και καλλιτεχνικά. Άφησε την αίσθηση ότι υπήρχε ακόμη δρόμος. Κι όμως, δεν έμεινε ανολοκλήρωτος. Έμεινε συμπυκνωμένος. Σαν να πρόλαβε να χωρέσει μια ολόκληρη στάση ζωής σε μια δεκαετία έντασης. Γι’ αυτό και σήμερα, σαράντα έξι χρόνια μετά, δεν επιστρέφει ως μνήμη. Επιστρέφει ως μέτρο.

Τι συνεχίζει να μας μαθαίνει; Ότι η παράδοση δεν φοβάται το παρόν όταν είναι αληθινή. Ότι η τέχνη δεν είναι μόνο αισθητική — είναι ευθύνη. Ότι η δύναμη δεν χρειάζεται να φωνάζει. Και, ίσως το πιο δύσκολο, ότι ο σκοπός δεν είναι να ξεχωρίσεις από τον κόσμο, αλλά να τον σμίξεις. Αυτό το μάθημα δεν παλιώνει. Απλώς γίνεται πιο αναγκαίο.

stegi radio