Υπάρχει μια φράση του Mπλεζ Πασκάλ, ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους στοχαστές του 17ου αιώνα, που την χρησιμοποιούμε συχνά σήμερα γιατί περιγράφει τέλεια κάτι πολύ μοντέρνο: «Όλα τα προβλήματα του ανθρώπου ξεκινούν από την αδυναμία του να κάτσει ήσυχος μόνος του σ’ ένα δωμάτιο». Το 1654 δεν υπήρχαν ειδοποιήσεις, social media ή εφαρμογές “screen time”. Υπήρχε, όμως, κάτι που μοιάζει επικίνδυνα με το σήμερα: η αμηχανία μπροστά στο κενό. Το 2025 αυτή η αμηχανία έχει απλώς αποκτήσει smartphone. Κοιτάμε το κινητό μας στο ασανσέρ, στην ουρά στο φούρνο, στη συναυλία, στα φανάρια, πριν κοιμηθούμε και μόλις ξυπνήσουμε. Το «να μην κάνω τίποτα» έχει γίνει σχεδόν σωματικός πόνος.
Αν έκανες πραγματικά έναν ειλικρινή απολογισμό της μέρας σου, όχι τι νομίζεις ότι κάνεις, αλλά τι δείχνει το screen time σου, πιθανότατα θα τρόμαζες. Δεν είναι μόνο ο χρόνος. Είναι ο τρόπος που η μέρα κόβεται σε φέτες: πέντε λεπτά εδώ, τρία λεπτά εκεί, μια ειδοποίηση που δεν ήταν τίποτα και γίνεται δέκα λεπτά σκρολάρισμα. Όχι αρκετά για να πεις «έχασα τη μέρα μου», αρκετά όμως για να μη χωράει πουθενά πραγματική συγκέντρωση ή πραγματική ησυχία. Κι εκεί κάπου, μπαίνουμε όλοι στην ίδια παράξενη εξίσωση: Ξέρουμε ότι μας κάνει κακό. Ξέρουμε ότι μας αγχώνει. Ξέρουμε ότι μας διασπά. Κι όμως, συνεχίζουμε.

Από τα “tips” στην «ψηφιακή ηθική»
Τα τελευταία χρόνια έχει στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία «υγιούς χρήσης»: apps που μπλοκάρουν άλλα apps, extensions που σου κλείνουν το Χ μετά από 20 ή 45 λεπτά, digital detox Σαββατοκύριακα. Βοηθάνε; Ναι, λίγο. Αλλά μάλλον παλεύουν με τα συμπτώματα, και όχι με τη ρίζα. Κάπου ανάμεσα στη φιλοσοφία “digital minimalism” (κόβω τα περιττά, κρατάω μόνο ό,τι έχει αξία) και στην πιο ριζοσπαστική πρόταση «να μάθουμε να μην κάνουμε τίποτα» κρύβεται μια πιο δύσκολη αλήθεια. Το θέμα δεν είναι μόνο πως χρησιμοποιούμε το κινητό. Είναι πως αντιλαμβανόμαστε τη ζωή μας μέσα από αυτό.
Ίσως κάπου ανάμεσα σε ένα απενεργοποιημένο notification, μια βόλτα χωρίς ακουστικά και μια κουβέντα που δεν καταγράφηκε πουθενά, να ανακαλύψουμε ξανά κάτι που μοιάζει με ελευθερία.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο σοβαροί στοχαστές της «οικονομίας της προσοχής» δεν μιλάνε μόνο για self-help. Μιλάνε για πολιτική, για εργασία, για περιβάλλον, για το πώς ο κόσμος και το μυαλό μας καταλήγουν να λειτουργούν με την ίδια λογική: περισσότερη παραγωγή, περισσότερα δεδομένα, περισσότερα ερεθίσματα, λιγότερος χώρος.
Η προσοχή είναι το νέο νόμισμα
Παλιά αγοράζαμε ένα περιοδικό, μια εφημερίδα, ένα CD. Πληρώναμε χρήματα. Σήμερα πληρώνουμε με κάτι άλλο: με την προσοχή μας. Τα social media, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του «δωρεάν» internet, στηρίζονται σε μια απλή ιδέα. Όσο περισσότερο μένεις, όσο περισσότερο σκρολάρεις, όσο περισσότερο αντιδράς, τόσο περισσότερα δεδομένα παράγεις, τόσο πιο ακριβά μπορεί να πουληθεί το βλέμμα σου σε κάποιον διαφημιζόμενο. Ενδιάμεσα, για να μη φύγεις, υπάρχει και ένας μηχανισμός ψυχολογικής ενίσχυσης τύπου «άμεσης ανταπόκρισης». Likes, καρδούλες, reactions, views, όλα σε ακανόνιστα, απρόβλεπτα διαστήματα, ώστε να επιστρέφεις «για να δεις τι έγινε». Δεν είναι απλώς εθισμός. Είναι μια μορφή εκμετάλλευσης που έχει χτιστεί πάνω στη βαθύτερη ανάγκη μας να νιώθουμε ότι υπάρχουμε, ότι μας βλέπουν, ότι μετράμε.

Το προνόμιο του “log off”
Εδώ υπάρχει ένα άβολο σημείο που συχνά παραλείπουμε. Το να πεις: «κλείνω τα social, κάνω digital minimalism, βγαίνω απ’ το παιχνίδι», είναι πολύ πιο εύκολο όταν έχεις ήδη μια δουλειά, δεν χρειάζεται να βρεις πελάτες μέσα από το Instagram, ή δεν εξαρτάται η επιβίωσή σου από το αν το brand σου είναι “ορατό”. Για πολλούς ανθρώπους, η online απουσία δεν είναι απλώς πράξη «αποτοξίνωσης». Είναι και οικονομικός κίνδυνος. Από την άλλη είναι δύσκολο να φύγεις γιατί έχει γίνει η βασική μας υποδομή. Στις ψηφιακές πλατφόρμες γίνονται οι πολιτικές συζητήσεις, εκεί κυκλοφορούν τα νέα, εκεί παίζονται δουλειές, εκεί εκτονώνουμε οργή, μοναξιά, ανάγκη για αναγνώριση. Κι όσο περισσότερο αυτά τα κομμάτια της ζωής μεταφέρονται σε έναν χώρο που ελέγχεται από λίγες ιδιωτικές εταιρείες, τόσο η ατομική «αποτοξίνωση» μοιάζει σαν να προσπαθείς να λύσεις την κλιματική κρίση χρησιμοποιώντας χάρτινο καλαμάκι (το θυμάστε;). Χρήσιμο αλλά όχι αρκετό.

Και τώρα τι;
Δεν έχει νόημα να προσθέσουμε άλλα δέκα hacks «για να μειώσεις τον χρόνο στην οθόνη σου». Έχει νόημα να αλλάξουμε ελαφρώς τη γλώσσα και το πλαίσιο. Να σταματήσουμε να φερόμαστε στο κινητό σαν να είναι κάτι δεδομένο, αδιαμφισβήτητο, που απλώς «είναι έτσι». Το κινητό, οι πλατφόρμες, τα social, είναι εργαλεία. Κατασκευασμένα, σχεδιασμένα, ρυθμισμένα, μπορούμε να τα αλλάξουμε ή να τα περιορίσουμε. Δεν είναι φυσικό φαινόμενο, όσο κι αν έχουν γίνει μέρος της ζωής μας.
Το ερώτημα δεν είναι πια, «Πώς θα καταφέρω να το αφήσω κάτω;». Το πιο δύσκολο ερώτημα είναι: «Τι είδους ζωή θέλω να υπάρχει όταν το αφήσω κάτω;» Μια ζωή που χωράει σιωπή. Που χωράει ανία. Που χωράει σχέσεις που δεν είναι μετρήσιμες. Που χωράει και την τρυφερή, αδέξια, ανθρώπινη πλευρά μας, αυτή που δεν βγαίνει ωραία στο story.
Και ίσως, κάπου ανάμεσα σε ένα απενεργοποιημένο notification, μια βόλτα χωρίς ακουστικά και μια κουβέντα που δεν καταγράφηκε πουθενά, να ανακαλύψουμε ξανά κάτι που μοιάζει με ελευθερία. Όχι την ελευθερία να επιλέγεις εφαρμογές, αλλά την ελευθερία να επιλέγεις πώς θα είσαι παρών στον κόσμο.Το κινητό μπορεί να περιμένει. Το ερώτημα είναι αν προλαβαίνουμε εμείς.





