Η αναζήτηση των πρωτοχρονιάτικων αναρτήσεων φίλων στα social media μοιάζει πια με ανασκαφή σε χωματερή. Ανάμεσα σε μία αληθινή στιγμή ζωής, παρελαύνουν δεκάδες άσχετα βίντεο: περίεργες συνταγές, καβγάδες αγνώστων, ψευτο-σοφίες, αλγόριθμοι που σου φωνάζουν «κοίτα εδώ», και κάπου ανάμεσα, μια διασημότητα που δεν ζήτησες ποτέ να δεις.
Τα reels λειτουργούν σαν μικρές ενέσεις ντοπαμίνης. Φθηνές, εθιστικές, στιγμιαία ευχάριστες. Κι εσύ συνεχίζεις να σκρολάρεις, γνωρίζοντας ότι θα μπορούσες να διαβάζεις ένα βιβλίο, να μιλάς με έναν φίλο, να κάνεις οτιδήποτε ουσιαστικό αλλά δεν το κάνεις. Το μυαλό σου πηδά από εικόνα σε εικόνα, από συναίσθημα σε συναίσθημα, μέχρι να κουραστεί. Το χέρι πονάει, ο εγκέφαλος μουδιάζει, αλλά η κίνηση συνεχίζεται.
Τα social media δεν είναι πια κοινωνικά. Μπορεί τελικά να βρεις τη φωτογραφία του παιδιού ενός ξαδέλφου, χαμένη μέσα σε έναν ωκεανό ψηφιακού θορύβου. Όμως ο λόγος ύπαρξης αυτών των πλατφορμών δεν είναι πια η σύνδεση μεταξύ ανθρώπων. Δεν είναι καν η πώληση προϊόντων. Όπως έχουν πει οι ειδικοί, βρισκόμαστε στο τελικό στάδιο της «εξευτελιστικής αποσύνθεσης» των ψηφιακών πλατφορμών. Υπάρχουν μόνο για να κλέβουν την προσοχή μας, για όσο περισσότερο γίνεται, προς όφελος των μετόχων τους.
Η δική μου απόφαση για τη νέα χρονιά — και ίσως θα έπρεπε να είναι και η δική σου — είναι απλή. Να σταματήσω να επιτρέπω στον Mark Zuckerberg και στους όμοιούς του να εμπορευματοποιούν την καθημερινότητά μου. Αν χρειάζεσαι τα social media για δουλειά, αναγκαστικά θα τα ανεχτείς. Αν όμως θέλεις να μοιραστείς μια προσωπική στιγμή, υπάρχει ακόμα το μήνυμα, η κλήση, η κλειστή ομάδα ανθρώπων που σε ξέρουν.
Υπάρχει και ένα σπάνιο ενθαρρυντικό στοιχείο: παγκόσμιες έρευνες δείχνουν ότι η χρήση των social media, αφού κορυφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας, αρχίζει να μειώνεται. Η πτώση είναι πιο έντονη στους νεότερους. Οι πρώτοι χρήστες ωριμάζουν και αποχωρούν. Αντίθετα, όσοι συνεχίζουν να σκρολάρουν μηχανικά είναι συχνά μεγαλύτερες ηλικίες, πιο επιρρεπείς στα ψηφιακά τρικ και στα «εκπληκτικά» βίντεο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από ψηφιακή σαβούρα.
Οι νέοι άνθρωποι που συναντώ καταλαβαίνουν κάτι κρίσιμο: η βασική ψυχολογική μάχη της ζωής τους είναι να παραμείνουν παρόντες. Χλευάζουν την εμμονή με τις selfies, την υπερέκθεση, την ανάγκη να καταγράφεται κάθε εμπειρία αντί να βιώνεται. Πολλοί επιστρέφουν σε απλά τηλέφωνα, χωρίς εφαρμογές που ρουφούν τον χρόνο και την προσοχή. Έχουν καταλάβει ότι τα λεγόμενα social media τους κάνουν πιο μόνους και ότι για να προστατεύσουν την ψυχική τους υγεία, πρέπει κυριολεκτικά να «πατήσουν στο χώμα».
Όταν ο Ai Weiwei μίλησε για τον φόβο του απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, δεν αναφερόταν στην τεχνολογία καθαυτή. Αναφερόταν στην απώλεια της διαδικασίας. Στην απώλεια της αργής σκέψης, της αποτυχίας, του «δεν μου βγήκε πάμε πάλι». Κι όμως, ακριβώς εκεί βρίσκεται το νόημα. Στην ατέλεια. Στο ανθρώπινο ίχνος.
Το πρόβλημα της AI δεν είναι μόνο οικονομικό, είναι υπαρξιακό. Η τέχνη μάς κάνει να νιώθουμε λιγότερο μόνοι, συνδεδεμένοι με μια συνέχεια ανθρώπινης εμπειρίας. Αν όμως μια φράση αποδειχθεί απλός κώδικας, τότε τι απομένει; Χρειαζόμαστε τις αδέξιες λέξεις μας, τα μέτρια σχέδια, τη μουσική που δεν είναι τέλεια. Όχι επειδή θα αλλάξουν τον κόσμο, αλλά επειδή μπορεί να αγγίξουν έναν άλλον άνθρωπο. Κι επειδή κάθε πράξη δημιουργίας είναι αντίδοτο στην άψυχη, άχρονη ψηφιακή λάσπη που καταναλώνουμε καθημερινά.Δεν μιλάμε για μεγάλα έργα. Μπορεί να είναι ένα κέικ, ένα πλεκτό, ένας κήπος. Οι λεγόμενες «γιαγιαδίστικες ασχολίες» όπως το ράψιμο, η ξυλουργική, η μαγειρική, η καλλιέργεια επιστρέφουν.
Μαζί τους επιστρέφουν και συλλογικές εμπειρίες: λέσχες βιβλίου, ερασιτεχνικές ορχήστρες, ομάδες τρεξίματος, επιτραπέζια παιχνίδια, κοινότητες. Μικρές ανάσες μακριά από την οθόνη. Υποψιάζομαι ότι ο εθισμός στο διαδίκτυο θα εξελιχθεί σε νέα μορφή κοινωνικής ανισότητας. Όσοι έχουν χρόνο και πόρους θα προσπαθήσουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μακριά από οθόνες. Όσοι δεν έχουν, θα αναγκαστούν να χρησιμοποιούν τα screens ως ψηφιακή νάρκωση. Το χάσμα προσοχής θα γίνει χάσμα ευκαιριών. Η ιδέα ότι η Silicon Valley θέλει να βελτιώσει τον κόσμο έχει πεθάνει. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πόσο πρόθυμα οι Elon Musk, Jeff Bezos και οι όμοιοί τους ευθυγραμμίστηκαν με κάθε μορφή εξουσίας που προστατεύει την αξία της μετοχής. Δεν τους ενδιαφέρει αν μιλάς με φίλους στην άλλη άκρη του κόσμου, ούτε αν το προϊόν τους κάνει την κόρη σου δυστυχισμένη.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: γιατί συνεχίζουμε να προσφέρουμε τη ζωή μας, φωτογραφία τη φωτογραφία, βίντεο το βίντεο; Σταμάτα να ταΐζεις το τέρας. Και φέτος, άγγιξε λίγο περισσότερο τον πραγματικό κόσμο.





