Το παιδί έβγαλε μαχαίρι στο σχολείο. Στο σχολείο. Στο διάλειμμα. Ανάμεσα σε κουδούνια, παπούτσια που τρίζουν και φωνές που δεν ακούει κανείς. Και ξαφνικά όλοι παθαίνουμε πολιτισμικό σοκ, λες και αυτό το πράγμα δεν το μαγειρεύαμε χρόνια σε χαμηλή φωτιά. Λες και δεν βλέπαμε παιδιά να περιφέρονται με βλέμμα άδειο, θυμό έτοιμο να στάξει και κανέναν να μην απαντά όταν χτυπάνε την πόρτα. Το μαχαίρι δεν έπεσε από τον ουρανό. Δεν τηλεμεταφέρθηκε. Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν η φυσική κατάληξη ενός συστήματος που λέει «δεν προλαβαίνω» και εννοεί «δεν με νοιάζει».
Η μάνα λέει «δεν θέλω να βγει εγκληματίας» και όλοι ακούνε μόνο τη λέξη εγκληματίας, όχι το ουρλιαχτό από πίσω: είμαι μόνη, παλεύω μόνη, δεν με πήρε κανείς τηλέφωνο. Δημόσιοι ψυχολόγοι φαντάσματα, δομές με ωράριο γραφείου, σχολεία που κάνουν διαχείριση κρίσης όπως οι εταιρείες κάνουν διαχείριση email: forward, move, archive. Άλλαξε σχολείο. Άλλαξε φάκελο. Άλλαξε πρόβλημα θέση. Problem solved. Μέχρι να ματώσει. Μην τολμήσει κανείς να πει «δεν το περιμέναμε». Το περιμέναμε όλοι. Το μυρίζαμε. Το βλέπαμε να έρχεται σαν κακοκαιρία που κανείς δεν θέλει να ονομάσει. Γιατί αν το ονομάσεις, πρέπει να κάνεις κάτι. Κι εδώ δεν κάνουμε κάτι. Εδώ περιμένουμε. Περιμένουμε να γίνει αρκετά άσχημο ώστε να δικαιολογηθεί η αδράνεια.
Αυτό δεν ήταν ξέσπασμα. Ήταν αργή αποσύνθεση. Χρόνια θυμού χωρίς λέξεις, ντροπής χωρίς χώρο, μοναξιάς χωρίς μάρτυρες. Και όταν δεν έχεις λέξεις, βρίσκεις αντικείμενα. Και όταν δεν έχεις χώρο, τον ανοίγεις με τη βία. Όχι γιατί είσαι “κακό παιδί”, αλλά γιατί δεν σου έμαθαν τί άλλο να κάνεις με όλο αυτό το βάρος.
Τώρα όλοι θέλουν τιμωρία. Παραδειγματική. Να κλείσει ο φάκελος, να ησυχάσουμε, να πούμε «το κράτος λειτούργησε». Να μη χρειαστεί να κοιτάξουμε τον καθρέφτη και να δούμε ότι δεν χτίσαμε σχολεία, αλλά χώρους στάθμευσης ανηλίκων. Ότι δεν χτίσαμε δομές, αλλά δικαιολογίες. Ότι δεν ακούσαμε παιδιά, περιμέναμε να αιμορραγήσουν για να τους δώσουμε μικρόφωνο.
Το μαχαίρι δεν μπήκε χθες. Μπήκε κάθε φορά που κανείς δεν απάντησε στο τηλέφωνο. Κάθε φορά που η βοήθεια είχε λίστα αναμονής. Κάθε φορά που είπαμε «δεν είναι δικό μας θέμα». Κάθε φορά που ένα παιδί ζήτησε χώρο και πήρε σιωπή. Σήμερα έχουμε κατάληψη. Αύριο συνελεύσεις. Την άλλη εβδομάδα λήθη. Και κάπου αλλού, κάποιο άλλο παιδί θα βράζει αθόρυβα, με ένα κουδούνι να πλησιάζει.
Δεν ήταν ταινία. Δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν ένα κανονικό σχολικό διάλειμμα.
Και αυτό είναι το πιο τρομακτικό απ’ όλα.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





