Ας ξεκινήσουμε από το ερώτημα που κανείς δεν θέλει να διατυπώσει καθαρά, γιατί μόλις ειπωθεί καταρρέει όλο το σκηνικό της «αγνής αγανάκτησης» και της «αυθόρμητης κοινωνικής έκρηξης»: αν η Μαρία Καρυστιανού δεν εμφάνιζε απήχηση, αν δεν περνούσε από τη ζώνη του συμβολικού στη ζώνη του μετρήσιμου, αν δεν άρχιζε να εμφανίζεται ως πολιτική πιθανότητα, θα ασχολιόταν κανείς μαζί της; Η απάντηση είναι απλή και αμείλικτη. ΟΧΙ. Θα ήταν ακόμη «σεβαστή». Θα ήταν «η φωνή του πόνου». Θα ήταν ένα πρόσωπο που επικαλούμαστε για να θυμόμαστε όχι για να ανησυχούμε. Δηλαδή θα ήταν ακίνδυνη.
Στην Ελλάδα δεν τιμωρείσαι επειδή μιλάς. Τιμωρείσαι τη στιγμή που αρχίζεις να μετράς. Όσο είσαι κραυγή, είσαι ανεκτός. Όσο είσαι σύμβολο, είσαι χρήσιμος. Όταν όμως μετατρέπεσαι σε πιθανότητα, σε κάτι που θα μπορούσε – έστω θεωρητικά – να μεταφραστεί σε πολιτικό βάρος, τότε περνάς σε άλλη κατηγορία. Από ανθρώπινο δράμα γίνεσαι δομική ανωμαλία.
Αυτό είναι που πραγματικά διακυβεύεται. Όχι η αλήθεια για τα Τέμπη, η οποία έχει εδώ και καιρό κατακερματιστεί σε πορίσματα, επιτροπές και ημερολόγια που κανείς δεν θυμάται. Αυτό που διακυβεύεται είναι η ιδέα ότι ένα πολιτικό κεφάλαιο μπορεί να γεννηθεί έξω από τα καθιερωμένα φίλτρα. Χωρίς κόμμα, χωρίς μηχανισμό, χωρίς παρελθόν δεσμεύσεων. Μόνο με ένα τραύμα που δεν σχεδιάστηκε για να γίνει πολιτικό εργαλείο, αλλά αρνείται να μείνει βουβό. Για ένα σύστημα που έχει μάθει να αναπαράγεται μέσω ελεγχόμενων διαδρομών, αυτό δεν είναι απλώς ενοχλητικό. Είναι υπαρξιακή απειλή. Γι’ αυτό και η αποδόμηση δεν ξεκινά όταν κάποιος κάνει λάθος. Ξεκινά όταν αρχίζει να φαίνεται ότι μπορεί να αποκτήσει βάρος.
Οι ίδιες φράσεις εμφανίζονται πάντα, σαν αυτοματοποιημένο σύστημα ασφαλείας: «Δεν εκπροσωπεί όλους», «Δεν έχει πρόγραμμα», «Ποιον εξυπηρετεί αυτό που λέτε;», «Μήπως εργαλειοποιείστε;», «Μπαίνει σε ιδεολογικά χωράφια», «Η κοινωνία θέλει λύσεις, όχι θυμό», «Χάνει το ηθικό πλεονέκτημα», «Ο πόνος δεν δίνει λευκή επιταγή». Αυτές οι φράσεις δεν είναι κριτική. Είναι σήματα κινδύνου. Δεν απευθύνονται στο πρόσωπο, απευθύνονται στο ακροατήριο, για να το προετοιμάσουν ψυχολογικά για την υποχώρηση της αρχικής συμπάθειας.
Το ελληνικό παράδοξο είναι βαθύτερο και πιο άβολο. Ζούμε σε μια κοινωνία που λατρεύει την αγανάκτηση, αλλά φοβάται θανάσιμα τη συνέπειά της. Θέλουμε η οργή να ακούγεται, όχι να οργανώνεται. Να συγκινεί, όχι να μεταφράζεται. Να μένει στιγμή, όχι να γίνεται διαδρομή. Γι’ αυτό και κάθε φορά που ένα τραύμα πάει να ξεφύγει από τον ρόλο του συμβόλου και να αποκτήσει πολιτικό χρόνο, ενεργοποιείται το φρένο.
Το «λάθος» δεν είναι ότι ένα πρόσωπο μιλά για πολιτική. Το πραγματικό αμάρτημα είναι ότι το κάνει χωρίς άδεια. Δεν πέρασε από τα γνωστά φίλτρα. Δεν ζήτησε χρίσμα. Δεν εντάχθηκε σε στρατόπεδο. Και αυτό, σε ένα σύστημα που βασίζεται στην προβλεψιμότητα, δεν συγχωρείται. Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με ένα πρόσωπο. Το ερώτημα είναι αν είμαστε κοινωνία που αντέχει να δει το πένθος να γίνεται πολιτική πιθανότητα ή μόνο να το χειροκροτεί όσο παραμένει ακίνδυνο, ακίνητο, διαχειρίσιμο.
Αν η απάντηση είναι η δεύτερη, τότε το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Όποιος σηκώνεται από το έδαφος χωρίς την άδεια του συστήματος, θα πρέπει να επιστρέψει εκεί. Όχι γιατί έκανε λάθος. Αλλά γιατί τόλμησε να μετρηθεί.
Δεν πολεμούν κάποιον επειδή μίλησε. Δεν πολεμούν κάποιον επειδή διχάζει. Τον πολεμούν επειδή μπήκε, έστω για μια στιγμή, στη μόνη γλώσσα που αναγνωρίζει η εξουσία. Τη γλώσσα των ποσοστών. Και αυτό, στην Ελλάδα, είναι πάντα η αρχή του τέλους.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





