Skip to main content

Δεκέμβριος του 1968. 4:30 τα ξημερώματα. Οι Rolling Stones βρίσκονταν στο στούντιο σχεδόν 20 ώρες, γυρίζοντας το τηλεοπτικό πρότζεκτ Rock and Roll Circus. Ένα φιλόδοξο τηλεοπτικό project που είχε οραματιστεί και χρηματοδοτήσει ο ίδιος ο Τζάγκερ. Η ιδέα: ένα παρακμιακό τσίρκο, με ακροβάτες, φωτιές και ζωγραφισμένα πρόσωπα, μέσα στο οποίο θα παρήλαυναν οι σημαντικότερες μορφές του βρετανικού και αμερικανικού ροκ. Η πράξη όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο χαοτική. Εξαντλημένοι, με πρόσωπα κουρασμένα και νεύρα τεντωμένα, ήθελαν να τα παρατήσουν. Έμενε όμως ακόμη ένα τραγούδι που δεν «έβγαινε». Συζήτησαν το ενδεχόμενο να το ηχογραφήσουν την επόμενη ημέρα, αλλά το απέκλεισαν γιατί δεν υπήρχε το απαιτούμενο budget. Κάπου εκεί, ο Μικ Τζάγκερ έκανε αυτό που γνώριζε πάντα καλύτερα. Μετέτρεψε την κούραση σε ένταση και την ένταση σε θέαμα. Μάζεψε το συγκρότημα και ζήτησε μία τελευταία προσπάθεια. Ο Κιθ Ρίτσαρντς, ο Μπράιαν Τζόουνς, ο Τσάρλι Γουάτς ο Μπιλ Γουάιμαν στάθηκαν σχεδόν απρόθυμα στα όργανα. Όταν ξεκίνησε ο ρυθμός των κόνγκα του Sympathy for the Devil, το στούντιο έπαψε να είναι χώρος ηχογράφησης. Έγινε τελετουργία. Και ο Τζάγκερ, έγινε κάτι πολύ περισσότερο από frontman. Ήταν ο καταλύτης που τραβούσε τους πάντες —μπάντα, κοινό, κάμερες— πέρα από τα όρια.

Με την κυκλοφορία του Beggars Banquet, το 1968 αποτέλεσε σημείο καμπής για το βρετανικό συγκρότημα και την αρχή της καλύτερης περιόδου του, που θα συνεχιστεί με τα Let It Bleed (1969), Sticky Fingers (1971) και Exile on Main St. (1972). Ο Μπράιαν Τζόουνς συνελήφθη και καταδικάστηκε για κατοχή ναρκωτικών (πλήρωσε πρόστιμο και αποφυλακίστηκε), έναν χρόνο μετά τις αντίστοιχες συλλήψεις του Τζάγκερ και του Ρίτσαρντς. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Τζάγκερ και η Ανίτα Πάλενμπεργκ ξεκίνησαν τα γυρίσματα της ταινίας Performance, του πρώτου πρωταγωνιστικού ρόλου του πάντα φιλόδοξου Τζάγκερ. Η Πάλενμπεργκ ήταν τότε σύντροφος του Ρίτσαρντς. «Άργησα να μάθω για τον Μικ και την Ανίτα, αλλά το μύρισα», γράφει ο Ρίτσαρντς στην αυτοβιογραφία του Life (2010). «Μάλλον άνοιξε μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα σε εμένα και τον Μικ από οτιδήποτε άλλο, κυρίως από τη δική του πλευρά. Και πιθανότατα για πάντα». Αργότερα προσθέτει ότι όσο ο Τζάγκερ είχε σχέση με την Πάλενμπεργκ, εκείνος διασκέδαζε με τη σύντροφο του Μικ, τη Μαριάν Φέιθφουλ. Η ιστορία των Rolling Stones: δύο άλφα αρσενικά σε διαρκή ανταγωνισμό.

Το ίδιο το Rock and Roll Circus υπήρξε προσωπικό statement του Τζάγκερ. Κάλεσε τον Τζον Λένον ως frontman ενός συγκροτήματος με το όνομα The Dirty Mac, με τον Έρικ Κλάπτον στην κιθάρα, τον Ρίτσαρντς στο μπάσο και τον Μιτς Μίτσελ των Jimi Hendrix Experience στα τύμπανα. Προσκλήθηκαν επίσης οι Who, οι Jethro Tull (με τον Τόνι Αϊόμι των Black Sabbath στην κιθάρα), ο Taj Mahal (κατόπιν επιθυμίας του Ρίτσαρντς) και η Μαριάν Φέιθφουλ, η οποία παρουσίασε μια σχεδόν ουράνια ερμηνεία του Something Better.

Η Φέιθφουλ, ακόμη συγκλονισμένη από την αποβολή του παιδιού που κυοφορούσε από τον Τζάγκερ λίγους μήνες νωρίτερα, έριξε όλο το συναίσθημά της στο τραγούδι. Η Γιόκο Όνο θα παρουσίαζε τη δική της performance. Όλα τα σετ λάμβαναν χώρα μέσα σε τσίρκο, με τον Jagger ως παρουσιαστή, κρατώντας μαστίγιο. Περίπου 300 θεατές, όλοι με πολύχρωμα πόντσο, σε μια ατμόσφαιρα ποτισμένη με κάθε διαθέσιμη ψυχεδελική ουσία της εποχής.

Οι Rolling Stones πρόβαραν δέκα τραγούδια, όμως τελικά κινηματογραφήθηκαν μόνο έξι. Τέσσερα από το Beggars Banquet (Parachute Woman, No Expectations, Salt of the Earth και Sympathy for the Devil), καθώς και τα You Can’t Always Get What You Want (που θα περιλαμβανόταν στο επόμενο άλμπουμ Let It Bleed) και Jumpin’ Jack Flash. Η κορυφαία στιγμή του σετ ήρθε με το Sympathy for the Devil, με τον Τζάγκερ να μεταμορφώνεται σε έναν μοναδικό Λούσιφερ, σέρνοντας ανελέητα την υπόλοιπη μπάντα πέρα από τα όρια. Τον ενσάρκωσε με σπασμωδικές κινήσεις, βλέμμα καρφωμένο στον φακό, σώμα που λύγιζε και ξανασηκωνόταν. Καθώς το τραγούδι εξελισσόταν, η εικόνα μεταμορφωνόταν, από τηλεοπτικό γύρισμα σε μια εμπειρία τελετουργίας. Το κοινό ξυπνούσε από τη κούραση του πολύωρου γυρίσματος και παραδινόταν σε αυτή την παράξενη έλξη φόβου και γοητείας. Στο φινάλε, ο Τζάγκερ γονάτισε μπροστά στην κάμερα, έβγαλε το κόκκινο μπλουζάκι και άφησε το σώμα του να λειτουργήσει ως σύμβολο. Τα τατουάζ ήταν ψεύτικα, η ένταση όμως ήταν απόλυτα αληθινή. Ο Πιτ Τάουνσεντ φαίνεται να πηδά πάνω-κάτω, ενώ ο Τζον Λένον και η Γιόκο Όνο κουνιούνται στον ρυθμό.

«Ήταν η ενέργεια του Τζάγκερ που το απογείωσε», θυμάται ο Ίαν Άντερσον των Jethro Tull. «Ήταν εντυπωσιακό να τον βλέπεις να παρασύρει την υπόλοιπη μπάντα». Όταν ολοκληρώθηκε η ηχογράφηση, ο Τζάγκερ, ακούραστος όπως πάντα, πήγε για περίπατο κατά μήκος του Τάμεση με τη Μαριάν Φέιθφουλ και τον Taj Mahal. Το σόου θα ήταν η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Μπράϊαν Τζόουνς με τους Rolling Stones. Σε ορισμένα πλάνα, ο κιθαρίστας φαίνεται να καταρρέει από την εξάντληση ή απλώς να κουνά αδύναμα ένα ζευγάρι μαράκες. Ο Τζόουνς έφυγε από το συγκρότημα τον Ιούνιο του 1969 και έναν μήνα αργότερα βρέθηκε νεκρός στην πισίνα του σπιτιού του.

Παραδόξως, τα πιο αξέχαστα 8 λεπτά και 49 δευτερόλεπτα εκείνης της ημέρας —η πλέον εμβληματική εκτέλεση του Sympathy for the Devil— δεν κέρδισαν τους ίδιους τους Rolling Stones. Aυτό το ιστορικό υλικό δεν είδε άμεσα το φως της δημοσιότητας. Οι Rolling Stones θεώρησαν ότι η εμφάνιση των Who ήταν τόσο εκρηκτική που επισκίαζε τα πάντα. Το Rock and Roll Circus μπήκε στο συρτάρι και κυκλοφόρησε μόλις το 1996, σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα. Όταν πια προβλήθηκε, ήταν σαφές ότι εκείνα τα 8 λεπτά και 49 δευτερόλεπτα του Sympathy for the Devil δεν ήταν απλώς μια σπουδαία ζωντανή εκτέλεση. Ήταν η στιγμή που ο Μικ Τζάγκερ επιβεβαίωσε πως το ροκ εν ρολ μπορούσε να λειτουργήσει ως τελετουργία, ως σωματική εμπειρία που ξεπερνά το τραγούδι.

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά, αυτή η νύχτα παραμένει σημείο αναφοράς. Όχι επειδή ήταν η πιο θεαματική εμφάνιση των Rolling Stones, αλλά επειδή συμπύκνωσε κάτι σπάνιο. Tη στιγμή που ένας frontman δεν οδηγεί απλώς μια μπάντα, αλλά παρασύρει μια ολόκληρη εποχή στο σκοτάδι και στο φως της ταυτόχρονα.

stegi radio