Δεν θυμάμαι την πρώτη εικόνα. Θυμάμαι τον ήχο από τα κινητά. Πολλά μαζί. Εκείνο το βράδυ η χώρα δεν ξύπνησε· τινάχτηκε. Κάθε τσέπη μια ειδοποίηση, κάθε ειδοποίηση μια λέξη που δεν λεγόταν ακόμη: τρένο. Στην αρχή το είπαμε σύγκρουση τρένων. Μετά φάνηκε ότι ήταν σύγκρουση χρόνων. Το παρελθόν έπεσε πάνω στο παρόν με 160 χιλιόμετρα την ώρα. Άνοιξα την τηλεόραση και για λίγα δευτερόλεπτα δεν το κατάλαβα. Αυτό είναι το τελευταίο προνόμιο της αθωότητας: η καθυστέρηση. Μετά ήρθαν οι εικόνες. Μετά οι αριθμοί. Μετά η φράση που θα μας συνόδευε τα επόμενα χρόνια, «ανθρώπινο λάθος». Μια χώρα βρήκε κάτι μικρό για να χωρέσει κάτι τεράστιο.
Τρία χρόνια μετά δεν ζούμε με την αλήθεια, ζούμε με τη λειτουργική εκδοχή της. Ανάμεσα στις δύο δουλεύει ο μηχανισμός της κανονικότητας. Η τραγωδία δεν αρνείται απλά ενσωματώνεται. Η Ελλάδα δεν συγκαλύπτει απλώς αφομοιώνει. Παίρνει το αδιανόητο και το κάνει καθημερινότητα ανάμεσα στον καιρό, στις τιμές στο σούπερ μάρκετ, σε μια πολιτική αντιπαράθεση και σε μια διαφήμιση.
Έτσι το σοκ δεν φεύγει. Εξημερώνεται. Εθνική τραγωδία δεν είναι ο θάνατος. Είναι η εξοικείωση με τον θάνατο. Στην αρχή μιλούσαμε για ευθύνη. Μετά για ευθύνες. Μετά για διαδικασίες. Στο τέλος για χρόνο. Ο πανδαμάτωρ χρόνος. Ο χρόνος είναι το πλυντήριο της Δημοκρατίας, δεν αθωώνει, ξεθωριάζει.
Στα Τέμπη δεν μάθαμε απλώς ότι ένα σύστημα δεν λειτουργούσε. Μάθαμε ότι λειτουργεί έτσι και επιβιώνει από την αποκάλυψή του. Δεν καταρρέει όταν αποκαλύπτεται αλλά προσαρμόζεται στο να είναι εκτεθειμένο. Η κοινωνία εξεγέρθηκε όσο αντέχει το νευρικό σύστημα ενός timeline. Μετά ήρθαν οι εξηγήσεις. Οι εξηγήσεις είναι το αγαπημένο φάρμακο αυτής της χώρας, παίρνεις μία και κοιμάσαι. Σταθμάρχες, βάρδιες, λάθη είναι τα μικρά μαξιλάρια κάτω από την πραγματικότητα.
Οι γονείς όμως δεν κοιμήθηκαν. Τρία χρόνια τώρα ζουν στην ίδια νύχτα. Κάθε καθυστέρηση της δίκης είναι επανάληψη του ήχου. Για εμάς είναι είδηση. Για αυτούς είναι παρόν. Η τηλεόραση συνέχισε να λειτουργεί σαν εντατική κανονικότητας. Πάνελ, γραφήματα, σοβαρά πρόσωπα, μικρές παύσεις για διαφημίσεις. Η πραγματικότητα κομμένη σε κομμάτια ώστε να μπορεί να καταναλωθεί χωρίς να πνίξει κανέναν. Το κράτος μιλούσε για διαδικασίες, οι δημοσιογράφοι για ευθύνες κι εμείς για το πότε θα τελειώσει όλο αυτό ώστε να νιώσουμε ξανά φυσιολογικοί χωρίς ενοχή.
Η διαδρομή αυτών των τριών χρόνων δεν ήταν από τη σύγκρουση στη δικαιοσύνη, αλλά από τη σύγκρουση στη συνήθεια. Τα Τέμπη δεν έγιναν παρελθόν, έγιναν πλαίσιο. Αλλά κάποιοι δεν μπορούν να κάνουν scroll. Δεν ζητούν μνήμη. Ζητούν τέλος.
Τρία χρόνια μετά τα τρένα περνούν, τα δελτία αλλάζουν θέμα, τα βράδια κοιμόμαστε. Το πιο βίαιο κομμάτι δεν είναι αυτό που συνέβη, είναι ότι μάθαμε να υπάρχουμε γύρω του χωρίς να αλλάξουμε ρυθμό. Μια χώρα, μια κοινωνία που έμαθε να ζει με το γεγονός, όπως ζει δίπλα σε μια εθνική οδό: στην αρχή δεν κοιμάσαι από τον θόρυβο, μετά δεν μπορείς να κοιμηθείς χωρίς αυτόν. Η τραγωδία κράτησε ώρες, η προσαρμογή εβδομάδες, η συνήθεια χρόνια.
Δεν ξεχάσαμε. Μάθαμε να θυμόμαστε χωρίς να αλλάζουμε.
Στα Τέμπη συγκρούστηκαν δύο τρένα. Και τίποτα άλλο δεν συγκρούστηκε μετά.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





