Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης άνθρωποι από τον χώρο του πολιτισμού μοιράζονται μαζί μας το αγαπημένο τους ποίημα.
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης η 21η Μαρτίου και αυτή είναι μια αφορμή να επιστρέψουμε στα αγαπημένα μας ποιήματα ή να ανακαλύψουμε άλλα που δεν είχαμε διαβάσει μέχρι τώρα. Σε έναν κόσμο που οι ποιητές αντιμετωπίζονται -λίγο ή πολύ- ως «οι τρελοί του χωριού» ας υψώσουμε μια διαφορετική φωνή, αυτή που παραδέχεται ότι η ποίηση δεν είναι κανενός είδους περιττή πολυτέλεια, αλλά η απαραίτητη για τη ζωή συμπύκνωση συναισθήματος, σκέψης και ονείρου.
Εννιά άνθρωποι από τον χώρο του πολιτισμού μοιράζονται μαζί μας το αγαπημένο τους ποίημα, αυτοί είναι σε αλφαβητική σειρά ο συγγραφέας Δαμιανός Αγραβαράς, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης, η ποιήτρια και μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά, η ηθοποιός Κάτια Γκουλιώνη, ο ποιητής Γιώργος Ζαχαρόπουλος, ο μουσικός, στιχουργός και ποιητής Παύλος Παυλίδης, η ηθοποιός και μεταφράστρια Δέσποινα Σαραφίδου, η σκηνοθέτρια και συγγραφέας Ευγενία Τζιρτζιλάκη και ο συγγραφέας Κυριάκος Χαρίτος.
Ο Δαμιανός Αγραβαράς επιλέγει το Προσωπικό του Μιχάλη Γκανά
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.
Γιατί; Ο Μιχάλης Γκανάς είναι από τους αγαπημένους μου ποιητές για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς το «Προσωπικό», ένας ύμνος στη δοκιμασία της αγάπης μέσα στην καθημερινή φθορά. Γιατί αυτό το ποίημα επιμένει να μας θυμίζει πως αληθινή αγάπη δεν είναι μόνο πάθος, αλλά αντοχή, συνύπαρξη και βαθιά γνώση του άλλου.
Ο Γιάννης Αναστασάκης επιλέγει την Απόφαση του Μανόλη Αναγνωστάκη
Η απόφαση
Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σάς βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψτε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω.
Γιατί; Στους καιρούς που ζούμε, αισθάνομαι πως κάθε μέρα -ίσως κι αρκετές φορές στην ίδια μέρα- βρισκόμαστε μπροστά στο αμείλικτο ερώτημα: είμαστε Υπέρ ή Κατά; Και πώς το δηλώνουμε αυτό; Με μια λέξη άραγε ή με μια πράξη; Ή με τη Σιωπή μας; Ακούω τη φωνή του Ποιητή ήρεμη και επίμονη μαζί να απαιτεί να πάρουμε μιαν απόφαση. Κάποτε την παίρνουμε. Θαρρετά και αδιαπραγμάτευτα. Κι άλλοτε υπαναχωρούμε, δειλιάζουμε, κλείνουμε ερμητικά τα μάτια και τα αυτιά μας. Και πού πάμε έτσι; Ποιό θάναι το επόμενο βήμα; Και δε μιλώ μονάχα για τη χώρα. Μιλώ για τον κόσμο ολόκληρο.
Η Μυρσίνη Γκανά επιλέγει Μαρία Λαϊνά
Εν τω μεταξύ
εγώ κοιτάζω εδώ
ίδια με ζώο
κρατάω το μυαλό μου από μια κλωστή∙
φέρνω την κλωστή βόλτα
την κόβω με τα δόντια
Γιατί; Επιλέγω Μαρία Λαϊνά, από την ποιητική συλλογή «Εδώ», 2003. Όσο δύσκολο κι αν είναι να επιλέξω ένα μόνο ποίημα, επιλέγω αυτό γιατί αγαπώ πολύ τη Μαρία Λαϊνά και γιατί επιστρέφω σ’ αυτούς τους στίχους ξανά και ξανά, τους διαβάζω σαν να είναι ξόρκι. Με καθηλώνει η σωματικότητα αυτής της εικόνας, η έντασή της, αυτό το κλειστό κύκλωμα ενός αυτοπαγιδευμένου εαυτού που αποφασίζει απότομα τι πρέπει να θυσιάσει και πώς θα το κάνει, με την ευκρίνεια, την καθαρότητα και την παραδοξότητα ενός ονείρου.
Η Κάτια Γκουλιώνη επιλέγει το Σπίτι με κήπον του Κ.Π. Καβάφη
Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.
Γιατί; Το αίτημα για ένα σπίτι με κήπον, παύει να είναι μια απλή παιδική φαντασίωση και μετατρέπεται σε μια βαθιά συγκλονιστική προσευχή για κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται. Σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος γκρεμίζει τους τοίχους και ξεριζώνει τα πάντα, η επιθυμία για έναν κήπο με ζώα και λουλούδια γίνεται η απόλυτη κραυγή για ζωή και αξιοπρέπεια. Είναι η επανάσταση της αθωότηταςαπέναντι στη βαρβαρότητα: το δικαίωμα να ονειρεύεσαι ένα καταφύγιο όπου η μόνη έννοια θα είναι το χρώμα μιας γάτας ή η φωνή ενός παπαγάλου, θυμίζοντάς μας πως η αληθινή ελευθερία ξεκινά από την ιερή ανάγκη να νιώθουμε, επιτέλους, προστατευμένοι. Και στον επίλογο αυτού του ονείρου, στέκουν τα γαϊδουράκια, σύμβολα ενός ιερού δεσμού ανάμεσα στο ζώο και τον άνθρωπο· εκείνα που, όπως κι εμείς, υπομένουν αθόρυβα τα βάρη του κόσμου, περιμένοντας τη στιγμή που η υπομονή τους θα μετουσιωθεί σε μια δίκαιη και αδιατάρακτη ανάπαυση κάτω από τον ήλιο.
Ο Γιώργος Ζαχαρόπουλος επιλέγει το Ο τρελός λαγός του Μίλτου Σαχτούρη
Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ’ τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες
Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος
Βούρκωσαν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγκαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα
Γιατί; Το αγαπημένο μου ποίημα είναι «Ο Τρελός Λαγός» του Μίλτου Σαχτούρη. Είναι ένα έργο που με έχει σημαδέψει ψυχικά αλλά και σωματικά, διότι εξ αυτού έχει προκύψει το τατουάζ στο λαιμό μου. Αποφεύγω να αποδομώ ένα ποίημα και να καταπιάνομαι με τεχνοκρατικές αναλύσεις, πιστεύω πως έτσι ακυρώνω τη μαγεία ενός έργου. Θα αρκεστώ στο να πω ότι είναι ένα ποίημα που μετουσιώνει εντόνως το πώς αισθάνομαι και το κάνει με έναν τρόπο που εγώ δε θα μπορούσα να σκεφτώ ή να φτάσω, ποτέ.
Ο Παύλος Παυλίδης επιλέγει το Αμερικάνικος Θρύλος του Ocean Vuong (μτφ. Δημήτρης Μαύρος)
Οδηγούσα λοιπόν
με τον πατέρα μου. Σκοτάδι πίσσα ολόγυρα
με εξαίρεση την κυανή ομίχλη
που αργά αργά μας τύλιγε.
Πηγαίναμε να σκοτώσουμε τη Susan,
το σκυλάκι μας. Έπρεπε, εννοώ,
να την πάμε στην κλινική
να καταλήξει, τέτοιο
φόνο, ή ίσως εννοούσαν να καταλήξει
στο χώμα – αν κι ήξερα ότι η Susan
θ’ αποτεφρωνόταν
στον κλίβανο
πίσω από το κτήριο. Σύννεφα
καπνού, μικρά φαντάσματα
κανίς. Πού ήθελα να καταλήξω
με όλο αυτό; Α ναι – τ’ αμάξι,
η βροχή, ο θρύλος της χαράς
και του πόνου. Ο πατέρας μου
κι εγώ, το Ford αρκετά μεγάλο
ώστε να μην αγγιζόμαστε
ποτέ. Κι ίσως επίτηδες
πήρα την κλειστή στροφή
τρέχοντας με 130. Και τ’ όχημα
τούμπαρε σαν νέος νόμος. Ίσως
ήθελα, επιτέλους, να τον νιώσω
πάνω μου – και
δούλεψε. Ενώ τα χρώματα γύριζαν
στο παμπρίζ και τ’ άγριο
μέταλλο εγκλώβιζε
τους ώμους μας κι η ξαφνική
υγρασία μας ζέσταινε
παντού, έπεσε
πάνω μου και
αγκαλιαστήκαμε
για πρώτη φορά
μετά από δεκαετίες. Ήταν τέλειο
και λάθος, σαν φλεγόμενα
χαρτονομίσματα. Το δέρμα του
γύρω απ’ τον λαιμό τόσο απαλό,
το aftershave του παραδόξως
καλοκαίρι. Κράτησε
ούτε ένα δευτερόλεπτο, αλλά
χαμογελούσε, ήδη χαμένα
τα μισά του δόντια, σαν κάποιος
να τα σκούπισε για να χωρέσει
κάτι πιο αληθινό. Κάτσε και
γράψ’ τα, γιε μου, είπε
μια νύχτα, αφού μου εξήγησε
γιατί, έκανε ό,τι έκανε
με τη ζωή του, τύφλα
από το Hennessy. Καθόμασταν
στην κουζίνα πριν τη βάρδια του
στη φάμπρικα καλτσών. Τα μάτια του: ψιχάλες
σ’ έναν εφιάλτη. Τον άγγιξα, τον
άφησα. Το αμάξι σταμάτησε
να γυρνάει, κρεμόμασταν ανάποδα
κι έσταζαν διάφορα. Ατμός
ή χνώτο. Έκανα
ό,τι κάθε αγόρι
όταν παίρνει ακριβως
αυτό που θέλει: φίλησα
τον πατέρα μου. Χαμογέλασε λίγο
νομίζω. Οι κόρες του
αλλού. Τεντώθηκα πίσω κι άνοιξα
το κλουβί. Το σκυλί
βγήκε, μύρισε
τον πατέρα μου, ακόμη ζεστό, κι έτρεξε
στα δέντρα, στο δεύτερο
μέλλον του. Έφυγα απ’ τα συντρίμμια
με τα πόδια ώσπου τα χνάρια γίναν
χρόνια, ο χωματόδρομος
μια πόλη, το πρόσωπό μου,
αυτό το πρόσωπο και η βροχή
καθάρισε τη βενζίνη από τα
δάχτυλά μου. Βρήκα έναν
θάλαμο μες στην καρδιά του
ποιήματος και σε πήρα
με δική σου χρέωση να πω ότι όλη
η γνώση δεν πρόκειται να κάνει
τη διαφορά, μόνο θα την
αυξήσει. Οπότε έλα, μ’ ακούς, το αίμα
μες στις χούφτες μου
είναι μέσα στον
κόσμο πια. Οι λέξεις, μας λένε
οι προφήτες, καταστρέφουν
μόνο ό,τι μπορούν να
ξαναχτίσουν. Το έκανα για ν’ αγκαλιάσω
τον πατέρα μου, για να γλυτώσω
το σκυλί μου. Παλιά ιστορία, ρε μαμά,
ο καθένας μπορεί να την πει.
Γιατί; Μου άρεσε που το όνομα του Ocean του το έδωσε η μητέρα του γιατί διέσχισε μαζί του τον Ειρηνικό ωκεανό όταν αυτός ήταν δύο ετών και έτσι έφτασαν στην Γη της Επαγγελίας. Στην Αμερική. Προσπαθώ να φανταστώ ένα παιδί Βιετναμέζων με όλες τις αναμνήσεις του πολέμου να το περιτριγυρίζουν μέσα από τις τραυματικές αναμνήσεις των γονιών του. Μ’ ενθουσιάζει που μετατρέπει όλο αυτό το βάρος σε πνευματικό καύσιμο. Μου αρέσει που διαβάζοντας τα κείμενα του αισθάνομαι κάτι πολύ φρέσκο και παλιό ταυτόχρονα. Μια προσευχή για τους άρτι κολασθέντες.
Η Δέσποινα Σαραφίδου επιλέγει το Ο πειρασμός από τους Ελεύθερους πολιορκημένους [σχεδίασμα Γ] του Διονυσίου Σολωμού
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ’χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, γιά πες απόψε τί ’δες·
νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.
Γιατί; Επιλέγω Σολωμό, που τον αγάπησα από πολύ μικρή – για την κελαρυστή του γλώσσα, τα σύμφωνα και τα φωνήεντα που σκάνε στο στόμα σου όταν το λες σαν βότσαλα και σαν μυρωμένοι καρποί, για τα νερά τα ιαματικά μέσα στο ζόφο που μας περιζώνει.
Η Ευγενία Τζιρτζιλάκη επιλέγει το Μην ανησυχείς της Άννα Καμιένσκα (μτφ. Βασίλης Καραβίτης)
Μην ανησυχείς υπάρχουν
ακόμη πολλά βάσανα
προς το παρόν δικαιούσαι να
πιάνεσαι στο μανίκι
της άδολης φιλίας κάποιου
το να ‘σαι ευτυχής είναι ένα καθήκον που παραμελείς
ένας απρόσεκτος χρήστης του
χρόνου
ξαποστέλνεις τις μέρες σαν τις
χήνες στο λιβάδι
Μην ανησυχείς θα πεθάνεις
πολλές φορές
μέχρι να μάθεις κοντά στο
τέλος να αγαπάς
τη ζωή
Γιατί; Είναι πολύ κλισέ αυτό το ποίημα με έναν τρόπο. Λέει κάτι πολύ απλό, ξαναειπωμένο πολλές φορές. Αλλά το λέει με τρόπο που σε σταματάει, που το ακούς. Και μιλάει για την ανησυχία ως το ανάποδο της ζωής, που νομίζω ότι παρότι είναι σκληρό να το πεις, είναι τελικά αλήθεια.
Ο Κυριάκος Χαρίτος διαλέγει Γιώργο Χρονά
Μια νύχτα μείναμε ξάγρυπνες δίπλα στην Έφη
πάνω σε στενό ντιβάνι ντυμένη με τ’ άσπρο της φουστάνι
νεκρή πια τη βλέπαμε. Μέσα σε κάσα μαύρη με λουλούδια
τη βάλαμε και το πρωί όταν εφώτισεν ο ήλιος τη μέρα μπροστά
απ’ όλες τις μπαράγκες, τα γκρεμισμένα παράνομα σπίτια της παραλίας,
μέχρι εκεί που ρίχνουν τα σκουπίδια περάσαμε το φέρετρό της
Κι όταν μέσα σε τάφο κλειστό από παντού τη ρίξανε, η γάτα της
που ‘ρχότανε σ’ όλο το δρόμο, πίσω από τα τριαντάφυλλα είχε πια κρύψει
το πρόσωπό της.
Γιατί; Το ποίημα αυτό είναι από τα αγαπημένα γιατί εμπεριέχει ό,τι αντιλαμβάνομαι ως ιερό. Ποίηση σκυφτή σαν χάδι σε αδέσποτο σκυλί, σαν φως αναμμένο σε σπίτι άδειο, σαν ξόδι.
Και κλέβοντας λίγο θα παραθέσω κι εγώ το αγαπημένο μου ποίημα, είναι του Γιάννη Κοντού από τη από τη συλλογή «Τα οστά», εκδ. Κέδρος, (1982).
Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο.
Δεν μπορώ να μετακινηθώ.
Ένα λιοντάρι με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του.
Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων,
ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια ούτε ανθρώπους.
Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω
και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.





