Skip to main content

Ο Γκιάνα Ασλάν ήταν 16 χρονών και πήγε να παίξει ποδόσφαιρο. Αυτό ήταν όλο. Ο Άνι Ασλάν δεν έφυγε από το σπίτι του για να κάνει κάτι επικίνδυνο. Δεν ανέβηκε σε μια μηχανή χωρίς κράνος, δεν πήδηξε από έναν γκρεμό, δεν αποφάσισε να δοκιμάσει τα όρια της τύχης του. Ήταν 16 χρονών και πήγε να παίξει ποδόσφαιρο. Αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό κομμάτι αυτής της ιστορίας. Ένα παιδί, μια φανέλα, ένα γήπεδο στη Θάσο και μια Κυριακή που κανονικά θα έπρεπε να τελειώσει με ιδρωμένες κάλτσες, ένα σκορ που θα ξεχνιόταν μέχρι την Τρίτη και κάποιον πατέρα να ρωτάει στο αυτοκίνητο «πώς πήγατε;». Ο Ασλάν δεν γύρισε σπίτι. Βγήκε έξω από τον αγωνιστικό χώρο σε μια φάση, χτύπησε με το πίσω μέρος του κεφαλιού του σε τοίχο στη βάση της μικρής κερκίδας και λίγο αργότερα πέθανε. Και κάπου εκεί εμφανίστηκε επιτέλους το ελληνικό κράτος με το μεγάλο του όπλο: τη μεζούρα.

Αστυνομικοί πήγαν στο γήπεδο, έγινε αυτοψία, μετρήθηκε η απόσταση ανάμεσα στη γραμμή και τον τοίχο, άνοιξαν φάκελοι, άρχισαν να εξετάζονται άδειες και προδιαγραφές ασφαλείας. Ο μηχανισμός ξύπνησε, μόνο που είχε βάλει ξυπνητήρι για μετά τον θάνατο. Αυτό το «μετά» είναι ίσως η πιο σταθερή δημόσια πολιτική της χώρας. Μετά ψάχνουμε την άδεια, μετά μετράμε την απόσταση, μετά τη φωτιά θυμόμαστε τις εξόδους κινδύνου, μετά την πλημμύρα ανακαλύπτουμε ότι κάπου υπήρχε ένα ρέμα, μετά την κατάρρευση εμφανίζονται μηχανικοί, έγγραφα, προειδοποιήσεις και εκείνος ο καταπληκτικός ελληνικός θεσμός που ονομάζεται «κανείς δεν ήταν ακριβώς αρμόδιος». Πριν από όλα αυτά, βέβαια, όλα φαίνονται περίπου εντάξει. Το κάγκελο είναι σκουριασμένο, αλλά στέκεται. Η περίφραξη είναι κοντά, αλλά τόσα χρόνια παίζουν εκεί. Το γήπεδο έχει προβλήματα, αλλά δεν έχει σκοτωθεί κανείς. Κάπως έτσι έχουμε μάθει να ζούμε σε μια χώρα όπου η ασφάλεια γίνεται θέμα τύχης, αντί να είναι αποτέλεσμα ελέγχου. Κάπως έτσι έχουμε κατασκευάσει ένα εθνικό πρότυπο πιστοποίησης ασφαλείας που θα έκανε κάθε μηχανικό να καταπιεί το πτυχίο του: εφόσον μέχρι χθες δεν πέθανε άνθρωπος, προφανώς όλα λειτουργούν. Μέχρι να πεθάνει. Τότε ανακαλύπτουμε ότι η τύχη δεν ήταν τεχνική προδιαγραφή.

Το ακόμη πιο δυσάρεστο είναι ότι το ζήτημα των αθλητικών εγκαταστάσεων στη Θάσο δεν εμφανίστηκε μαζί με τα περιπολικά. Μήνες πριν από τον θάνατο του Ασλάν είχε τεθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο θέμα για την αδειοδότηση των αθλητικών εγκαταστάσεων του νησιού, με αναφορές και στο γήπεδο της Παναγίας, αλλά και σε ζητήματα νομιμοποίησης και συντήρησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος είναι αυτομάτως ένοχος για τον θάνατο του παιδιού. Η έρευνα θα δείξει αν υπήρξαν ευθύνες και ποιες ήταν. Σημαίνει όμως ότι δεν ανακαλύψαμε προχθές πως τα γήπεδα χρειάζονται έλεγχο. Το γνωρίζαμε, όπως γνωρίζουμε συνήθως τα περισσότερα πράγματα λίγο πριν κάνουμε ότι μας εξέπληξαν.

Έχουμε μάθει να ζούμε σε μια χώρα όπου η ασφάλεια γίνεται θέμα τύχης, αντί να είναι αποτέλεσμα ελέγχου.

Το ποδόσφαιρο, για όσους δεν το έχουν προσέξει στα περίπου εκατόν πενήντα χρόνια της ύπαρξής του, περιλαμβάνει τρέξιμο, πτώσεις, συγκρούσεις, τζαρτζαρίσματα και ανθρώπους που βγαίνουν έξω από τις γραμμές. Ο αγωνιστικός χώρος δεν διαθέτει κάποιο αόρατο τείχος που σταματά τον ποδοσφαιριστή ακριβώς πάνω στην άσπρη γραμμή. Το σώμα συνεχίζει. Γι’ αυτό μια ασφαλής εγκατάσταση σχεδιάζεται γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος μπορεί να γλιστρήσει, να παραπατήσει, να πέσει, να κινηθεί δύο μέτρα πιο πέρα από όσο υπολόγισε. Αλλιώς δεν έχουμε πρόληψη. Έχουμε ρουλέτα.

Και όταν η ρουλέτα σταματήσει στο λάθος νούμερο, αρχίζει η αγαπημένη μας εθνική διοργάνωση: το πρωτάθλημα μεταβίβασης ευθύνης. Δήμος εναντίον Περιφέρειας, υπηρεσία εναντίον επιτροπής, φορέας εναντίον άλλου φορέα, ο προηγούμενος εναντίον του επόμενου. Κάθε παίκτης κρατά έναν φάκελο και ψάχνει σε ποιον να τον δώσει πριν ακουστεί το τελικό σφύριγμα. Μέχρι να χαθεί η ιστορία μέσα σε πρωτόκολλα, παρατάσεις, υπογραφές και εκείνη την παχύρρευστη διοικητική ομίχλη όπου η ευθύνη μπαίνει άνθρωπος και βγαίνει αριθμός πρωτοκόλλου.

Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται για τον θάνατο του Γκιάνα Ασλάν και όποιος ισχυρίζεται ότι το ξέρει ήδη κάνει δημοσιογραφία με κρυστάλλινη σφαίρα. Υπάρχει έρευνα και αυτή πρέπει να απαντήσει. Ξέρω όμως κάτι που δεν απαιτεί ούτε εισαγγελέα ούτε πραγματογνώμονα: ένα δεκαεξάχρονο παιδί πρέπει να μπορεί να πάει να παίξει ποδόσφαιρο χωρίς να συμμετέχει εν αγνοία του σε δοκιμή αντοχής των δημόσιων υποδομών.

Η πρόληψη είναι βαρετή και αυτό είναι το μεγάλο της πρόβλημα. Δεν έχει σειρήνες, κάμερες, υπουργούς, δηλώσεις και έκτακτα δελτία. Όταν λειτουργεί, δεν συμβαίνει τίποτε. Το παιδί παίζει, τελειώνει ο αγώνας, γυρίζει σπίτι και η χώρα συνεχίζει τη μέρα της χωρίς να μάθει ποτέ ότι κάποιος είχε κάνει σωστά τη δουλειά του. Αυτό είναι επιτυχία, όχι η μεζούρα μετά. Τώρα μετράμε τον τοίχο και εγώ θέλω να ξέρω γιατί, σε μια χώρα που διαθέτει υπουργεία, περιφέρειες, δήμους, ομοσπονδίες, επιτροπές, τεχνικές υπηρεσίες, κανονισμούς, εγκυκλίους και άπειρους ανθρώπους που πληρώνονται για να ελέγχουν πράγματα, χρειάστηκε πρώτα ένας νεκρός δεκαεξάχρονος για να γίνει τόσο ενδιαφέρουσα αυτή η απόσταση.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google