Κάποτε η ανακάλυψη μουσικής ήταν μια κοινωνική πράξη. Ένας φίλος που σου έγραφε ένα όνομα σε χαρτάκι. Ένα δισκάδικο με μυρωδιά βινυλίου. Ένας ραδιοφωνικός παραγωγός που έβαζε κάτι «εκτός λίστας» στις τρεις τα ξημερώματα. Σήμερα, η στιγμή της ανακάλυψης είναι σιωπηλή, ιδιωτική και αλγοριθμική. Ένα swipe. Ένα autoplay. Ένα You might also like. Το Spotify, και οι αντίστοιχες πλατφόρμες, παρουσιάζεται ως ο απόλυτος χάρτης της παγκόσμιας μουσικής. Όλα είναι εκεί. Θεωρητικά. Στην πράξη όμως, το ερώτημα δεν είναι τι υπάρχει, αλλά τι φτάνει στ’ αυτιά μας. Και κυρίως: ποιος αποφασίζει.
Με αφορμή το Spotify Wrapped, εκείνη τη στιγμή ετήσιας αυτογνωσίας όπου το streaming μάς δείχνει ποιοι «είμαστε» μουσικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί πλέον ένα ερευνητικό project για τον έλεγχο των αλγορίθμων μουσικής ανακάλυψης. Όχι επειδή πιστεύει σε συνωμοσίες, αλλά επειδή υποψιάζεται προκαταλήψεις, αδιαφάνεια και ένα σύστημα που λειτουργεί χωρίς να εξηγείται.

Ο Lorenzo Porcaro, μαθηματικός και επικεφαλής της ευρωπαϊκής έρευνας, θέτει το ζήτημα ωμά: η μουσική δεν ανακαλύπτεται πια κυρίως μέσα από τις ίδιες τις πλατφόρμες. Για τους νεότερους ακροατές, ο δρόμος περνά από το TikTok, το YouTube, τα social feeds. Εκεί χτίζεται η σχέση καλλιτέχνη–κοινού. Εκεί γεννιέται η επιθυμία. Το Spotify έρχεται συχνά μετά, ως αποθήκη, όχι ως πυξίδα. Κι όμως, μόλις μπεις μέσα, κάτι αρχίζει να σε σπρώχνει. Όχι απαραίτητα συνειδητά. Όχι με κάποιον σατανικό μηχανισμό. Αλλά με λογικές που θυμίζουν έντονα το παλιό ραδιόφωνο: το καινούργιο, το δημοφιλές, αυτό που ήδη ακούνε οι πολλοί. Αν πενήντα άνθρωποι σ’ ένα δωμάτιο ακούνε Bad Bunny, πόσο «παράλογο» είναι να τον προτείνεις και στον πεντηκοστό πρώτο;
Εδώ ακριβώς γεννιέται η δυσπιστία. Όχι επειδή υπάρχει αποδεδειγμένη χειραγώγηση, αλλά επειδή τίποτα δεν μπορεί να μετρηθεί απ’ έξω. Δεν ξέρουμε αν οι λίστες αντικατοπτρίζουν το γούστο μιας χώρας ή αν το διαμορφώνουν. Δεν ξέρουμε αν το shuffle είναι όντως τυχαίο ή απλώς μια άλλη μορφή επιμέλειας χωρίς υπογραφή. Και όταν οι χρήστες επαναλαμβάνουν ότι «το random δεν είναι random», ίσως δεν μιλούν τεχνικά, μιλούν βιωματικά. Ο Porcaro αποφεύγει τις εύκολες κατηγορίες. Υπενθυμίζει όμως κάτι κρίσιμο: οι μεγάλες δισκογραφικές δεν εξαφανίστηκαν με το streaming. Επένδυσαν σε αυτό. Η μουσική βιομηχανία ήταν και παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωτική. Οι αλγόριθμοι δεν εμφανίστηκαν σε κενό ιστορίας· κουβαλούν δεκαετίες πρακτικών, ιεραρχιών και εμπορικών λογικών. Το αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία που μοιάζει οικεία όπως το ραδιόφωνο, αλλά προσωποποιημένο. Όχι ένα κοινό πρόγραμμα για όλους, αλλά ένα ραδιόφωνο φτιαγμένο πάνω σου. Παίζει αυτό που «ταιριάζει», αυτό που είναι φρέσκο, αυτό που σε κρατά μέσα. Όχι απαραίτητα αυτό που θα σε ταράξει.

Για τους νέους καλλιτέχνες, η υπόσχεση του αλγορίθμου λειτουργεί συχνά σαν ψευδαίσθηση. Η ιδέα ότι μπορείς να «ανακαλυφθείς» απλώς επειδή ανέβασες το σωστό track, τη σωστή στιγμή. Ο Porcaro είναι κατηγορηματικός. H μουσική καριέρα δεν χτίστηκε ποτέ έτσι. Ούτε πριν, ούτε τώρα. Χτίζεται με σκηνές, πόλεις, κοινότητες, επαφή. Τα social media άλλαξαν τους όρους της σχέσης με το κοινό, όχι όμως και τον πυρήνα της.
Εκεί βρίσκεται και η παγίδα. Στις πλατφόρμες, ο καλλιτέχνης είναι και χρήστης. Παίζει το ίδιο παιχνίδι, κυνηγά playlists, μελετά στατιστικά, εσωτερικεύει κανόνες που δεν έθεσε. «Δώσε μας τη μουσική σου, δώσε μας τα δεδομένα σου, και ίσως κάποτε συμβεί κάτι». Η συμβουλή δεν είναι να αποχωρήσεις. Είναι να μην πιστέψεις άκριτα. Στο τέλος, το πρόβλημα δεν είναι το Spotify. Είναι η αναδιανομή. Ποιος ακούγεται περισσότερο. Ποιος μένει αόρατος. Ποιος μετατρέπει την έκθεση σε επιβίωση. Η τεχνολογία απλώς καθρεφτίζει μια παλιά ιστορία με νέα εργαλεία.
Κι όμως, παρά όλα αυτά, ο Porcaro παραμένει αισιόδοξος. Γιατί η μουσική, λέει, βρίσκει πάντα ρωγμές. Από υποκουλτούρες. Από περιθώρια. Από ανθρώπους που δεν περίμεναν το autoplay για να ακουστούν. Κάτι νέο πάντα ξεφεύγει από τον αλγόριθμο. Και όταν το κάνει, αλλάζει ξανά το παιχνίδι.





