Σε έναν κόσμο όπου η μουσική κατανάλωση έχει συμπιεστεί σε scrolls, clicks και playlists που ανανεώνονται με τη συχνότητα μιας εισπνοής, δεν αποτελεί πια είδηση ότι η βιομηχανία αλλάζει. Αλλά η υπόθεση Sienna Rose, η “νεο-soul τραγουδίστρια” που συγκέντρωσε εκατομμύρια streams χωρίς να είναι, πιθανότατα, αληθινή, είναι ένα σημείο καμπής. Ένας καθρέφτης που μας δείχνει πώς η τεχνητή νοημοσύνη δεν απειλεί απλώς τη δημιουργία, αλλά αναλαμβάνει τη θέση του δημιουργού. Η Rose εμφανίστηκε τον Σεπτέμβριο του προηγούμενου έτους. Ένα εξάτρακ EP, με αισθητική sixties-soul-με-R&B, μια μελαγχολική φωνή που λέει “with you I’m alive”. Eκείνο το περίεργο είδος συναισθηματικής συνύπαρξης που η ποπ μουσική συνηθίζει να ανακυκλώνει. Δεν ήταν εξαίσιο, ούτε συγκλονιστικό. Ήταν όμως πειστικό. Κάτι που ακούει κανείς σε μια playlist βραδινού διαβάσματος, στη φασματική ζώνη ανάμεσα στο “μου αρέσει” και “μου θυμίζει κάτι”.
Μερικούς μήνες αργότερα, το όνομα Sienna Rose είχε αγγίξει στο Spotify εκατομμύρια μηνιαίους ακροατές, ενώ τρία από τα τραγούδια της εμφανίζονταν στις viral λίστες των ΗΠΑ. Αυτό είναι το σημείο όπου, παραδοσιακά τουλάχιστον, θα περίμενε κανείς να εμφανιστούν συνεντεύξεις, φωτογραφικές επιμελητείες, κάποια ίχνη ζωής. Αντ’ αυτού υπήρχαν τέσσερις εικόνες στο Instagram: φτιαγμένες με τρόπο που ομολογεί περισσότερο λογισμικό παρά φωτογραφικό φακό. Υπήρχαν επίσης 34 τραγούδια παράλληλα, σαν μια βιομηχανική παραγωγή συναισθήματος που δεν κουράζεται ποτέ.
Και ύστερα μπήκε στη σκηνή η Selena Gomez, ένα από τα ισχυρότερα ονόματα της pop κουλτούρας. Ανέβασε κομμάτι της Sienna Rose στο Instagram, για να το κατεβάσει λίγες ώρες αργότερα όταν μαθεύτηκε πως πιθανότατα πρόκειται για AI κατασκεύασμα. Κάπως έτσι, ο αλγόριθμος ξεγέλασε και την ίδια τη βιομηχανία που τον συντηρεί, σαν ένα ολογραφικό τέρας που χορεύει μπροστά σε χιλιάδες μάτια χωρίς να έχει ποτέ υπάρξει.

Όταν αργότερα ειδικοί της Deezer ανέλυσαν τα αρχεία, διαπίστωσαν ότι η μουσική έφερε «artefacts» τεχνητής παραγωγής. Οι φράσεις, οι ηχητικές μεταβάσεις, ο τρόπος με τον οποίο ενώνονταν τα μελωδικά μοτίβα: όλα έμοιαζαν λίγο υπερβολικά λοξά για να ανήκουν σε άνθρωπο, λίγο υπερβολικά καθαρά για να ανήκουν σε ζωή. Σαν να είχε κανείς εφαρμόσει ένα φίλτρο που κατεβάζει όλες τις ατέλειες στο ίδιο επίπεδο, σαν να στρογγυλεύει σημεία που κανονικά θα έτριζαν.
Πολλοί θα πουν, και τι πειράζει; Αν το τραγούδι είναι καλό, γιατί να με νοιάζει αν το έγραψε άνθρωπος ή αλγόριθμος; Η απάντηση δεν είναι ρομαντική, είναι δομική. Η μουσική δεν ήταν ποτέ απλώς ηχοκύματα. Ήταν εργαστήρια ζωής: οι αποτυχημένες σχέσεις ενός συνθέτη, οι εμμονές ενός στιχουργού, το πάθος ενός κιθαρίστα που πείραζε τις χορδές μέχρι να ματώσουν. Ακόμα κι όταν το αποτέλεσμα ήταν εμπορικό, η πρώτη ύλη ήταν ανθρώπινη. Με την AI, η πρώτη ύλη γίνεται δεδομένα. Απέραντες βιβλιοθήκες από patterns, sample banks, harmonics και ρυθμικές φόρμες που συνδυάζονται χωρίς ιδρώτα, χωρίς κόπο, χωρίς παρελθόν.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η AI “δεν έχει ψυχή”. Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να παράγει χωρίς όρια. Να γεμίζει τις πλατφόρμες με χιλιάδες τραγούδια την ημέρα. Να ανταγωνίζεται ανθρώπους όχι ως δημιουργός, αλλά ως υπερ-εργατική μηχανή που αυξάνει την παραγωγή, μειώνει το κόστος και εξουδετερώνει τη σπανιότητα, το πιο βασικό αγαθό στην τέχνη. Η μουσική, από χώρος έκφρασης, κινδυνεύει να γίνει μια θάλασσα από χλιαρά loops και υπολογισμένες μελωδίες. Ένα “ακουστικό περιβάλλον” φτιαγμένο για να μην ενοχλεί, να μην συγκλονίζει, να μην κάνει τίποτα πέρα από το να γεμίζει τον αλγόριθμο με αριθμούς.
Πίσω από την Sienna Rose δεν βρίσκεται κάποια ιδέα, ούτε κάποιο βίωμα. Βρίσκεται η δυνατότητα παραγωγής μουσικής χωρίς δημιουργό. Αν κάποτε ο στιχουργός έγραφε σε ένα δωμάτιο με μοναδική συντροφιά τη σιωπή, σήμερα η σιωπή έχει αντικατασταθεί από servers που δουλεύουν αδιάκοπα. Κι εκεί αναδύεται ένα πιο βαθύ, πιο ανθρώπινο ερώτημα: τι σημαίνει να συνδέεσαι με κάτι που δεν έχει δημιουργηθεί από άνθρωπο; Μπορεί η συγκίνηση να αναπαραχθεί; Μπορεί το σύμπαν των συναισθημάτων να συμπιεστεί σε δεδομένα; Ή μήπως —όπως συμβαίνει εδώ— απλώς προσποιούμαστε ότι δεν θα προσέξουμε τη διαφορά;
Και το χειρότερο. Oι πλατφόρμες, αντί να προωθούν ό,τι οι άνθρωποι πραγματικά ακούν, διαμορφώνουν οι ίδιες το τι θα ακουστεί. Οι λίστες “Discover Weekly” και “Viral 50” ήταν κάποτε χώρος όπου η συλλογική προτίμηση έπαιζε ρόλο. Σήμερα, όπως λένε οι ίδιοι οι data scientists που εργάστηκαν για αυτές, οι πλατφόρμες έχουν κάθε κίνητρο να προωθούν περιεχόμενο που δεν απαιτεί δικαιώματα, αμοιβές, διαπραγματεύσεις. Όταν το κέρδος είναι στο “απεριόριστο”, η τέχνη χάνει το μέτρο.
Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να απαγορεύσουμε την AI στη μουσική. Αυτό είναι αδύνατο. Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πώς προστατεύουμε τον άνθρωπο όταν ο αλγόριθμος παράγει ασταμάτητα, φτηνά και παντού; Γιατί κάπου εκεί έξω υπάρχει μια μπάντα που προσπαθεί να βρει στούντιο, να τυπώσει βινύλιο, να πληρώσει ηχολήπτη. Και αν ο αλγόριθμος καταλαμβάνει τις πλατφόρμες με “άνυδρα” τραγούδια που ακούγονται χωρίς να ακουμπάνε κανέναν, τότε η πραγματική μουσική δεν κινδυνεύει απλώς να χαθεί, κινδυνεύει να γίνει ασήμαντη. Κι αυτό, όσο κι αν δεν το παραδέχονται οι πλατφόρμες, δεν είναι τεχνολογική εξέλιξη. Είναι πολιτιστική υποβάθμιση.
Στο τέλος, το μεγαλύτερο παράδοξο δεν είναι ότι η Sienna Rose δεν υπάρχει. Το παράδοξο είναι ότι ίσως να μην χρειάστηκε ποτέ να υπάρξει για να ακουστεί.





