Η εθνική ομάδα υδατοσφαίρισης των ανδρών δεν κατάφερε να ξεπεράσει το εμπόδιο της Ουγγαρίας στον ημιτελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στο Βελιγράδι, γνωρίζοντας την ήττα με 15-12 και χάνοντας την ευκαιρία να διεκδικήσει το χρυσό μετάλλιο. Το αποτέλεσμα δεν κρίθηκε από κάποια ανατροπή ρυθμού ή από ένα ξέσπασμα στο φινάλε, αλλά από μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη αδυναμία σε έναν τομέα που παραδοσιακά αποτελεί τη βάση του ελληνικού παιχνιδιού. Την άμυνα στον παίκτη λιγότερο.
Η στατιστική εικόνα του αγώνα είναι απολύτως ενδεικτική. Η Ουγγαρία είχε 8/9 στον παίκτη παραπάνω, ενώ η Ελλάδα περιορίστηκε σε 5/15. Σε έναν ημιτελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης, αυτή η διαφορά αρκεί για να καθορίσει το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από το επιθετικό ταλέντο ή την εμπειρία των ομάδων. Το ξεκίνημα του αγώνα έδειχνε να ευνοεί την ελληνική ομάδα. Με τον Κώστα Κάκαρη να κερδίζει από νωρίς πέναλτι και αποβολή και με γρήγορη κυκλοφορία στην επίθεση, η εθνική προηγήθηκε 3-1 και στη συνέχεια 5-3, έχοντας καλές επιλογές από την περιφέρεια και αποτελεσματικότητα στις πρώτες της επιθέσεις. Το πρόβλημα, ωστόσο, εμφανίστηκε άμεσα στην αμυντική λειτουργία, με την Ουγγαρία να ισοφαρίζει αποκλειστικά μέσα από καταστάσεις αριθμητικού πλεονεκτήματος.
Μέχρι το τέλος του πρώτου ημιχρόνου, οι Μαγυάροι είχαν ήδη 5/5 στον παίκτη παραπάνω, την ώρα που η ελληνική άμυνα δεν είχε καταγράψει ούτε ένα μπλοκ. Το 8-8 του ημιχρόνου δεν αποτύπωνε ισορροπία δυναμικής, αλλά μια σταδιακή μετατόπιση του ελέγχου προς την πλευρά της Ουγγαρίας, η οποία έβρισκε λύσεις με συνέπεια στον ίδιο ακριβώς τρόπο.
«Ήταν ένα από τα χειρότερα παιχνίδια μας στον αμυντικό τομέα. Σε έναν ημιτελικό πρέπει να είσαι καλός σε βασικούς τομείς, όπως ο παίκτης λιγότερο και ο παίκτης παραπάνω. Πήραμε μηδέν στην άμυνα», δήλωσε μετά το τέλος ο Θοδωρής Βλάχος, περιγράφοντας με ακρίβεια το πρόβλημα χωρίς διάθεση ωραιοποίησης. Στο δεύτερο μέρος, η Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά πίσω στο σκορ και δεν κατάφερε να ανακτήσει ποτέ σταθερά τον έλεγχο. Η αλλαγή τερματοφύλακα δεν ανέκοψε τη ροή, ενώ όσο μειωνόταν η επιθετική αποτελεσματικότητα, τόσο αυξανόταν η πίεση στην άμυνα. Η Ουγγαρία άνοιξε τη διαφορά στο 11-8 και διατήρησε προβάδισμα δύο τριών τερμάτων μέχρι το τέλος του τρίτου οκταλέπτου, έχοντας απόλυτη αποτελεσματικότητα στον παίκτη παραπάνω.
Ο Κώστας Κάκαρης, από τους πιο σταθερούς παίκτες της εθνικής στο παιχνίδι, έδωσε μια λιτή αλλά σαφή εξήγηση: «Δεν βγάλαμε άμυνες και δεχόμασταν εύκολα γκολ. Έτσι δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσουμε το παιχνίδι». Η τελευταία περίοδος δεν άλλαξε τη συνολική εικόνα. Παρότι η Ουγγαρία είχε τις πρώτες της χαμένες επιθέσεις με αριθμητικό πλεονέκτημα, η Ελλάδα δεν εκμεταλλεύτηκε τις αντίστοιχες ευκαιρίες της. Ένα γκολ μέσω VAR και το τέρμα του Άνταμ Νάγκι για το 14-10, περίπου τέσσερα λεπτά πριν τη λήξη, ουσιαστικά «κλείδωσαν» την αναμέτρηση.
Ο αρχηγός της ομάδας, Ντίνος Γενηδούνιας, στάθηκε στον ρυθμό του αγώνα: «Μπήκαμε στο παιχνίδι τους. Όταν ακολουθείς αυτό τον ρυθμό με τους Ούγγρους, τις περισσότερες φορές θα χάσεις». Αντίστοιχη ήταν και η τοποθέτηση του Δημήτρη Νικολαϊδη, ο οποίος υπογράμμισε ότι «όταν δέχεσαι 8/9 στον παίκτη λιγότερο, δεν μπορείς να κερδίσεις σε αυτό το επίπεδο».
Η αποβολή του Θοδωρή Βλάχου από τον πάγκο στα τελευταία δευτερόλεπτα και η απουσία του από τον μικρό τελικό είναι ένα δευτερεύον στοιχείο σε σχέση με την αγωνιστική εικόνα. «Πρέπει να ανασυνταχθούμε και να διεκδικήσουμε το χάλκινο μετάλλιο», είπε ο ομοσπονδιακός τεχνικός, με τους παίκτες να μιλούν για την ανάγκη να βρεθούν τα ψυχικά αποθέματα. Το βασικό συμπέρασμα παραμένει ότι η ελληνική ομάδα δεν μπόρεσε να επιβάλει τους όρους της εκεί όπου συνήθως χτίζει τις επιτυχίες της.
Η Ελλάδα θα αγωνιστεί την Κυριακή (25/1, 18:00) για το χάλκινο μετάλλιο, απέναντι στον ηττημένο του άλλου ημιτελικού. Δεν πρόκειται για παρηγοριά, αλλά για μια τελευταία ευκαιρία να κλείσει το τουρνουά με αποτέλεσμα που να αντανακλά συνολικά την πορεία της στη διοργάνωση και να αποφύγει το να φύγει από το Βελιγράδι με την αίσθηση ενός χαμένου τουρνουά που κρίθηκε σε έναν και μόνο, αλλά καθοριστικό, τομέα.





