Για σχεδόν έναν αιώνα, η κατηγορία Φωτογραφίας στα Όσκαρ λειτουργεί σαν ένα παράξενο αυτάρκες σύμπαν. Είναι το σημείο όπου η Ακαδημία τιμά εκείνους που αποφασίζουν πώς ακριβώς θα δούμε τον κόσμο στην οθόνη και ταυτόχρονα το σημείο όπου, επί 98 χρόνια, καμία γυναίκα δεν έχει κερδίσει ποτέ. Φέτος, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, αυτή η συνήθεια μοιάζει να τρίζει. Το όνομα που βρίσκεται στο επίκεντρο είναι της Autumn Durald Arkapaw, διευθύντριας φωτογραφίας της ταινίας Sinners, μιας ταινίας που δεν διεκδικεί απλώς βραβεία, αλλά κουβαλά πάνω της το βάρος ενός συμβολισμού. Αν κερδίσει, η Arkapaw θα γίνει η πρώτη γυναίκα στην ιστορία που σπάει το πιο ανθεκτικό ανδρικό προπύργιο των Academy Awards.
Η ιστορία αυτής της κατηγορίας είναι αποκαλυπτική. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2018 για να δούμε την πρώτη γυναικεία υποψηφιότητα. Έκτοτε, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Καμία νίκη. Όχι επειδή δεν υπήρξαν σπουδαίες δουλειές, αλλά επειδή η κινηματογραφική εικόνα αντιμετωπιζόταν για χρόνια ως ένας χώρος «βαριάς τεχνικής», σχεδόν μυθολογικά ανδρικός. Ένας τόπος όπου το βλέμμα θεωρούνταν ουδέτερο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν βαθιά εκπαιδευμένο.
Η Arkapaw δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Η διαδρομή της περνά από ανεξάρτητο σινεμά, μουσικά βίντεο και μεγάλες στούντιο παραγωγές, μια καριέρα που κινήθηκε διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική έκφραση και τη βιομηχανική ακρίβεια. Το ευρύ κοινό τη γνώρισε καλύτερα με το Black Panther: Wakanda Forever. Το Sinners, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Μια ταινία που απαιτεί από τη φωτογραφία όχι απλώς να υπηρετήσει την αφήγηση, αλλά να τη διαμορφώσει.
Σε συνεργασία με τον Ryan Coogler, η Arkapaw καλείται να στήσει έναν κόσμο που ακροβατεί ανάμεσα στο ιστορικό και το μυθικό. Το Sinners είναι μια ιστορία βαθιά ριζωμένη στον αμερικανικό Νότο, με αναφορές στη μνήμη, τη μουσική και την πολιτισμική κληρονομιά. Η εικόνα δεν λειτουργεί ως φόντο, λειτουργεί σαν δεύτερη φωνή. Οι σκιές δεν κρύβουν απλώς, υποδηλώνουν. Το φως δεν αποκαλύπτει μόνο, θυμάται.

Τεχνικά, η ταινία είναι μια άσκηση υψηλού ρίσκου. Γυρισμένη σε δύο μεγάλα φορμά — Ultra Panavision 70 και IMAX — απαιτεί από τη φωτογραφία ακρίβεια σχεδόν χειρουργική. Κάθε κάδρο είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, όχι επίδειξης. Ακόμη και στις πιο εντυπωσιακές στιγμές, η εικόνα αρνείται να γίνει θέαμα για το θέαμα. Αντίθετα, κρατά μια πειθαρχία που θυμίζει παλιό κινηματογράφο, τότε που η τεχνική ήταν μέσο και όχι αυτοσκοπός.
Υπάρχει και ένα ακόμη επίπεδο δυσκολίας. Ο Michael B. Jordan υποδύεται δύο ρόλους που συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο πλάνο. Το στοίχημα δεν είναι να εντυπωσιαστεί ο θεατής από το τρικ, αλλά να το ξεχάσει. Η φωτογραφία οφείλει να εξαφανίσει τον μηχανισμό της. Όταν αυτό συμβαίνει, δεν μιλάμε απλώς για τεχνική επάρκεια, αλλά για κατανόηση του πώς λειτουργεί το βλέμμα του θεατή και πώς μπορείς να το καθοδηγήσεις χωρίς να το προδώσεις.

Το γιατί αυτή η υποψηφιότητα έχει μεγαλύτερο βάρος από άλλες δεν σχετίζεται μόνο με το φύλο της Arkapaw. Σχετίζεται με το γεγονός ότι το Sinners είναι μια μεγάλη, εμπορική, στούντιο-ταινία που δεν φοβάται την καλλιτεχνική φιλοδοξία. Σε μια εποχή όπου το Χόλιγουντ μοιάζει συχνά εγκλωβισμένο ανάμεσα σε ασφαλείς συνταγές και νοσταλγικά reboots, η επιτυχία μιας τέτοιας ταινίας λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι το πρωτότυπο σινεμά μπορεί ακόμη να σταθεί στο κέντρο της βιομηχανίας.
Αν τελικά η Arkapaw κερδίσει, δεν θα «διορθώσει» 98 χρόνια ιστορίας. Τα Όσκαρ δεν είναι μηχανισμός αποκατάστασης αλλά είναι κυρίως μηχανισμός συμβόλων. Αυτό που μπορεί να κάνει, όμως, είναι να μετακινήσει ελαφρώς το κέντρο βάρους. Να δείξει ότι αυτό που παρουσιαζόταν ως ουδέτερη παράδοση ήταν στην πραγματικότητα ένα φίλτρο. Και ότι το φίλτρο αυτό μπορεί να αλλάξει.
Ακόμη κι αν το βραβείο δεν έρθει φέτος, κάτι έχει ήδη αλλάξει. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η συζήτηση γύρω από τη Φωτογραφία δεν αφορά μόνο το ποιος είχε το «καλύτερο κάδρο», αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τι σημαίνει καλύτερο κάδρο. Αυτό, από μόνο του, είναι ένα ρήγμα σε έναν τοίχο που έμοιαζε ακλόνητος.
Η εικόνα, άλλωστε, ήταν πάντα πολιτική ακόμη κι όταν προσποιούνταν ότι δεν είναι. Αν η ιστορία των Όσκαρ κάτι μας διδάσκει, είναι ότι οι αλλαγές δεν έρχονται με δηλώσεις, αλλά με στιγμές. Και η φετινή υποψηφιότητα της Autumn Durald Arkapaw μοιάζει με ερώτηση: Ποιος κρατά την κάμερα και ποιος τελικά, βλέπει τον κόσμο.





