Ο πόλεμος που εκτυλίσσεται σήμερα στο Ιράν ξεκίνησε με μια γνώριμη υπόσχεση. Η στρατιωτική πίεση μπορεί να αποδυναμώσει ένα αυταρχικό καθεστώς και να ανοίξει τον δρόμο για πολιτική αλλαγή. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία από τη Μέση Ανατολή και όχι μόνο υποδεικνύει το αντίθετο. Αντί να διαλύσει την Ισλαμική Δημοκρατία, η σύγκρουση ενδέχεται να ενισχύσει τους πιο σκληρούς πυρήνες της εξουσίας, παγιώνοντας την επιρροή τους στο εσωτερικό και καθιστώντας το κράτος πιο ανθεκτικό στο εξωτερικό.
Η σύγκριση με τη Λιβύη του 2011 είναι αναπόφευκτη αλλά παραπλανητική. Εκεί, το καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι κατέρρευσε γρήγορα, καθώς οι κρατικοί μηχανισμοί αποσυντέθηκαν και οι ένοπλες δυνάμεις διασπάστηκαν. Το κράτος δεν διέθετε θεσμικό βάθος. Στηριζόταν κυρίως σε προσωπικά δίκτυα εξουσίας και πελατειακές σχέσεις. Όταν αυτά κατέρρευσαν, η χώρα οδηγήθηκε σε ένα παρατεταμένο χάος, όπου το κενό εξουσίας καλύφθηκε από τοπικές πολιτοφυλακές και ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η σταθερότητα, αλλά μια χρόνια αποσύνθεση.
Το Ιράν αντιθέτως διαθέτει ένα βαθιά ριζωμένο και πολυεπίπεδο σύστημα εξουσίας, που έχει διαμορφωθεί επί δεκαετίες μετά την Επανάσταση του 1979. Στον πυρήνα του βρίσκεται το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), ένας οργανισμός που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ενός παραδοσιακού στρατού. Οι Φρουροί αποτελούν ταυτόχρονα στρατιωτική δύναμη, οικονομικό δίκτυο και πολιτικό μηχανισμό. Ελέγχουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας, από την ενέργεια και τις κατασκευές έως τις τηλεπικοινωνίες, ενώ έχουν αναπτύξει παράλληλα δίκτυα λαθρεμπορίου που ενισχύθηκαν ιδιαίτερα υπό το καθεστώς των διεθνών κυρώσεων. Η επιρροή τους εκτείνεται και πέρα από τα σύνορα, μέσω ενός πλέγματος συμμάχων και παραστρατιωτικών οργανώσεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Αυτή η θεσμική και οικονομική ενσωμάτωση καθιστά το ιρανικό σύστημα εξαιρετικά ανθεκτικό. Σε αντίθεση με καθεστώτα που βασίζονται σε ένα πρόσωπο ή σε εύθραυστες ισορροπίες, το Ιράν λειτουργεί ως ένα σύμπλεγμα αλληλοεξαρτώμενων δομών εξουσίας. Σε συνθήκες εξωτερικής απειλής, τέτοιες δομές τείνουν να συσπειρώνονται αντί να καταρρέουν.
Οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν ήδη αποδείξει την ικανότητά τους να λειτουργούν σε συνθήκες ασύμμετρου πολέμου, αξιοποιώντας χαμηλού κόστους μέσα για να επιφέρουν δυσανάλογο πλήγμα σε ισχυρότερους αντιπάλους.
Η εμπειρία του Ιράκ και του Αφγανιστάν προσφέρει ένα ακόμη κρίσιμο μάθημα. Η αποδόμηση κρατικών δομών δεν οδηγεί αυτόματα σε δημοκρατική μετάβαση. Στο Ιράκ, η διάλυση του κρατικού μηχανισμού μετά το 2003 δημιούργησε τις συνθήκες για μια παρατεταμένη εξέγερση και τελικά την άνοδο του ISIS. Στο Αφγανιστάν, δύο δεκαετίες στρατιωτικής εμπλοκής κατέληξαν στην επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η εξωτερική παρέμβαση δεν εξάλειψε τις υπάρχουσες δομές ισχύος αλλά τις μεταμόρφωσε προς πιο ακραίες και απρόβλεπτες μορφές.
Στο Ιράν, το πιθανότερο σενάριο δεν είναι η κατάρρευση αλλά η προσαρμογή. Οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν ήδη αποδείξει την ικανότητά τους να λειτουργούν σε συνθήκες ασύμμετρου πολέμου, αξιοποιώντας χαμηλού κόστους μέσα για να επιφέρουν δυσανάλογο πλήγμα σε ισχυρότερους αντιπάλους. Η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, για παράδειγμα, επιτρέπει την άσκηση πίεσης με σχετικά περιορισμένους πόρους, ενώ η αναχαίτισή τους απαιτεί συστήματα υψηλού κόστους. Αυτή η ανισορροπία δεν είναι απλώς τεχνική, είναι στρατηγική. Στόχος δεν είναι η άμεση νίκη, αλλά η σταδιακή φθορά του αντιπάλου.
Οι συνέπειες αυτής της δυναμικής δεν περιορίζονται στο πεδίο της μάχης. Η ένταση στην περιοχή επηρεάζει ήδη τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τον πληθωρισμό. Το Στενό του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, καθίσταται εκ νέου σημείο κρίσιμης γεωοικονομικής ευαισθησίας. Η δυσκολία ναυσιπλοίας εκεί μεταφράζονται σε αυξημένες τιμές ενέργειας, υψηλότερο κόστος μεταφορών και τελικά, επιβάρυνση για καταναλωτές και επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο, μια περιφερειακή σύγκρουση αποκτά άμεσες παγκόσμιες επιπτώσεις.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες το στρατηγικό δίλημμα είναι οξύ. Μια γρήγορη αποκλιμάκωση θα μπορούσε να περιορίσει τις οικονομικές και διπλωματικές πιέσεις, αλλά θα άφηνε ανέπαφες τις βασικές δομές του ιρανικού καθεστώτος, ενδεχομένως ενισχυμένες από τη δοκιμασία. Αντιθέτως, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα αύξανε το κόστος για την Τεχεράνη, αλλά θα εγκλώβιζε την Ουάσινγκτον σε έναν πόλεμο φθοράς χωρίς σαφή στρατηγική έξοδο. Πρόκειται για ένα γνώριμο μοτίβο. Η είσοδος σε τέτοιες συγκρούσεις είναι συχνά ευκολότερη από την αποχώρηση από αυτές.
Το πιο κρίσιμο ωστόσο, αφορά την εσωτερική δυναμική του ίδιου του Ιράν. Οι πολίτες που τα προηγούμενα χρόνια εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στο καθεστώς βρίσκονται τώρα αντιμέτωποι με ένα διπλό αδιέξοδο. Από τη μία, ένα κράτος έτοιμο να καταστείλει κάθε μορφή διαφωνίας και από την άλλη, έναν πόλεμο που περιορίζει δραστικά τις δυνατότητες μαζικής κινητοποίησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η προοπτική εσωτερικής αλλαγής απομακρύνεται αντί να πλησιάζει.
Η ιστορία δείχνει ότι οι εξωτερικές στρατιωτικές πιέσεις σπάνια οδηγούν από μόνες τους σε πολιτική φιλελευθεροποίηση. Αντιθέτως, συχνά ενισχύουν τα καθεστώτα που στοχεύουν να αποδυναμώσουν, προσφέροντάς τους ένα αφήγημα συσπείρωσης και έναν λόγο για περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας. Το Ιράν φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτόν τον κανόνα. Παρά τις απώλειες και την πίεση, το σύστημά του διατηρεί τη συνοχή και την ικανότητα προσαρμογής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη. Σημαίνει, όμως, ότι οι προσδοκίες για μια γρήγορη κατάρρευση του καθεστώτος είναι πιθανό να αποδειχθούν υπερβολικά αισιόδοξες. Αντί για μια καθαρή νίκη, η σύγκρουση ενδέχεται να οδηγήσει σε μια πιο ανθεκτική και πιο σκληρή εκδοχή του ίδιου συστήματος. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Ένας πόλεμος που ξεκίνησε για να αλλάξει το Ιράν μπορεί τελικά να το σταθεροποιήσει — με όρους που καθιστούν το μέλλον ακόμη πιο απρόβλεπτο.





