Skip to main content

Η ηθοποιός και σκηνοθέτρια Βίκυ Κυριακουλάκου αγαπά τους ανθρώπους που δεν είναι όπως τους ορίζουν οι άλλοι να είναι.

Κάθε φορά που παρακολουθώ τη Βίκυ Κυριακουλάκου στη σκηνή συγκινούμαι. Είτε ως μέλος της ομάδας Nova Melancholia, είτε παρουσιάζοντας τις δικές της δουλειές όπως το “18 Χρόνια Βίκυ ΚυριακουλάκουLove me queerly”, είτε συμμετέχοντας σε θεατρικές παραστάσεις -όπως η τωρινή της δουλειά στο «ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ» της Ηλέκτρας Ελληνικιώτη- η Βίκυ είναι τόσο παρούσα σε αυτό που συμβαίνει που είναι αδύνατον να μη συνδεθείς μαζί της. Αυτή είναι η Βίκυ Κυριακουλάκου μέσα από τα δικά της λόγια:

Η Κάντυ Κάντυ ήταν η πρώτη ηρωίδα της ζωής μου. Εξαιτίας της ήθελα να γίνω γιατρός ή νοσοκόμα, δεν με ενδιέφερε ακριβώς τι, απλώς ήξερα ότι ήθελα να θεραπεύω κόσμο. Από τα πρώτα βιβλία που διεκδίκησα σθεναρά να αγοράσω ήταν οι Πρώτες Βοήθειες του Γουόλτ Ντίσνεϊ, αλλά οι γονείς μου δεν ήθελαν να μου το πάρουν γιατί ήμουν 8 χρονών και με θεωρούσαν μικρή για κάτι τέτοιο. Κατάφερα όμως να τους πείσω. Το βιβλίο αυτό το ρούφηξα, ήταν καλοκαίρι κι εγώ ήμουν ένα οκτάχρονο που ήξερε να φτιάχνει νάρθηκα από ξύλα, να αντιμετωπίζω δάγκωμα οχιάς και να κάνω ΚΑΡΠΑ. Ακόμα και τώρα παρατηρώ ότι υπάρχει ένα μεγάλο αρχείο στον εγκέφαλό μου με ιατρικές πληροφορίες μαζεμένες από εδώ και από εκεί. Μάλιστα μπορεί να θυμάμαι για μαθητές μου που έχω να τους δω χρόνια ζητήματα υγείας που αντιμετωπίζουν. Πολλές φορές με ξαφνιάζει κι εμένα αυτή η πληροφορία που βρίσκεται ακόμα στο κεφάλι μου.

Ως μαθήτρια αλλά και αργότερα ως φοιτήτρια έκανα πολλές δραστηριότητες παράλληλα. Αγγλικά, γαλλικά, πιάνο, ισπανικά, λάτιν χορούς και άλλα. Μου άρεσε να χαζεύω και να φτιάχνω χαζεύοντας «κόσμους». Όμως όταν εστίαζα σε κάτι τότε μάθαινα πολύ γρήγορα. Είχα πολύ καλές σχέσεις με τις καθηγήτριες μου εκτός σχολείου· συζητούσαμε για θέματα εκτός ύλης, μου άνοιγαν κόσμους στην πνευματικότητα, τις θεωρούσα μια «έξτρα» οικογένεια, μια οικογένεια με την οποία μπορούσα να ανοιχτώ και να μιλήσω.  Από το βιβλίο των γαλλικών ενημερώθηκα για το AIDS και την υπερκατανάλωση, από των αγγλικών για τη βουλιμία αλλά και για το τι σημαίνει bullying. Εν τω μεταξύ στο σχολείο μου είχα υποστεί bullying, αλλά δεν υφίστατο ως έννοια. Δεν είχε ονομαστεί. To naming the problem, το θεωρώ πολύ σημαντική ανθρωποκοινωνιολογική ανακάλυψη. Σε κάνει να μη νιώθεις μόνος σου.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Ήμουν ένα πολύ ήσυχο παιδί, με τη μισή μου οικογένεια να είναι βαθιά θρησκευόμενη. Είχα μάθει ότι όταν σε χτυπάει κάποιος πρέπει να γυρίσεις και το άλλο μάγουλο. Εξ αιτίας αυτού του πλαισίου δεν έθετα όρια. Γυμνάσιο και Λύκειο πήγα σε δημόσιο σχολείο Θηλέων. Νομίζω ότι και αυτό με χαρακτήρισε ως προσωπικότητα σε σχέση με την αγάπη και την κατανόηση που έχω προς τις γυναίκες και την απορία που ζωγραφίζεται στα μάτια μου με τους straight άντρες. Με τους gay τα βρίσκω καλύτερα απ’ όλους.

Η οικογένειά μου αντιδρούσε εξαιρετικά έντονα στην επιθυμία μου να ασχοληθώ με κάποιο επάγγελμα του τομέα της υγείας. Ήμουν μια πολύ ντροπαλή έφηβη και το υπερ-προστατευτικό περιβάλλον μου θεωρούσε ότι δεν θα μπορούσα να ανταπεξέλθω ως προσωπικότητα σε μια σκληρή δουλειά όπως αυτή του γιατρού ή της νοσηλεύτριας. Όμως για εμένα ήταν προσωπική ανάγκη να αντιμετωπίσω τον θάνατο. Είναι κάτι με το οποίο παλεύω ακόμη, με την ίδια την έννοια του θανάτου, με τον θάνατο ως κατάσταση, με την κατανόησή του και την αποδοχή του.

Το μυαλό μου πάντα δούλευε με μαθηματικό τρόπο, δηλαδή μαθαίνω με διαγράμματα και διαβάζω μετατρέποντας την οριζόντια γραμμή σε κάθετη λίστα. Ο τρόπος σκέψης μου δεν είναι ο φιλολογικός που αναλύει για να δει πού μπορεί να πάει κάτι, αλλά ο μαθηματικός που ξεκινάει από την αρχή για να φτάσει σε μια απόδειξη. Μετά από πολλή γκρίνια και ψυχολογικό πόλεμο αναγκάστηκα να αφήσω τη Β’ Δέσμη και να πάω στη Δ’. Εν τω μεταξύ έγραψα 19,5 στην Έκθεση στις Πανελλήνιες, παρ’ όλο που ήταν ένα μάθημα που γενικά βαριόμουν. Όμως το θέμα αφορούσε την έννοια της παρέας και της ομαδικότητας και το λάτρεψα. Καταλάβαινα την ώρα που έγραφα ότι αυτό το θέμα με παρακινεί. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη μου επαφή με τη δημιουργικότητα. Ένιωσα ότι δημιουργώ κάτι που με ενδιαφέρει και με εκφράζει. Η φιλόλογος μου δεν πίστευε ότι θα γράψω τόσο καλά. Όταν μου λένε ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, παθαίνω λύσσα και το κάνω. Αυτό είναι κάτι που με χαρακτηρίζει. Τελικά, πέρασα στο τμήμα Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Εγώ ήθελα να φύγω μακριά, αλλά επειδή ήταν το πιο υψηλόβαθμό τμήμα το έβαλα πρώτο στο μηχανογραφικό. Κι έτσι βρέθηκα να σπουδάζω 20 λεπτά από το σπίτι μου.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Στο τέταρτο έτος αποφάσισα να πάω στο Θεατρικό Εργαστήρι του πανεπιστημίου. Μιλούσα πολύ χαμηλόφωνα -ήταν καθαρά θέμα αυτοπεποίθησης- κι έβλεπα ότι δυσκολευόμουν πάρα πολύ να κάνω παρουσιάσεις στη σχολή μου. Έτσι αποφάσισα να πάω στο εργαστήρι για να δουλέψω αυτό το κομμάτι. Έτσι κι αλλιώς μου άρεσε πολύ το θέατρο. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, όταν ήμουν μικρή, ετοιμαζόντουσαν οι γονείς μου για το θέατρο και δεν με έπαιρναν φυσικά μαζί τους στις παραστάσεις ενηλίκων. Γκρίνιαζα κι εγώ στη μητέρα μου μου και εκείνη μου έλεγε ότι ήμουν μικρή και ότι δεν θα καταλάβαινα. Το αστείο είναι πως τώρα κάνω παραστάσεις που η μαμά μου έρχεται και δεν τις καταλαβαίνει!

Στο θεατρικό εργαστήρι του Πανεπιστημίου ήμουν αόρατη. Μόνο παρακολουθούσα. Κάποια στιγμή μου δίνεται από το έργο «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Κεχαϊδη-Χαβιαρά ο ρόλος της Φωτεινής, μιας εργασιομανής που δουλεύει στην τράπεζα και μου ταιριάζει γάντι, γιατί σκέφτομαι ότι έτσι θα είμαι κι εγώ στο μέλλον. Ήταν τότε που έγινε το πέρασμα από την παρατήρηση και τον στοχασμό, που με χαρακτήριζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή, στην εξωστρέφεια. Ξαφνικά, the stage was mine.

Λίγο πριν την ορκωμοσία βλέπω ένα όνειρο καθοριστικό. Είδα ότι στεκόμουν σε ένα φυλάκιο, που υπήρχε όντως στο προαύλιο χώρο του πανεπιστημίου, φορούσα ένα oversized πορτοκαλί φούτερ και έβλεπα τους συμφοιτητές και τις συμφοιτήτριες μου να βγαίνουν από το κεντρικό κτίριο ντυμένοι πολύ καθώς πρέπει με μαύρα κοστούμια και να με κοιτούν κουνώντας το κεφάλι κάπως απαξιωτικά. Ξύπνησα το πρωί και είπα ότι θα δώσω στις εξετάσεις του υπουργείου Πολιτισμού για να μπω σε δραματική σχολή. Πήρα, δηλαδή, την απόφαση στον ύπνο μου.

Είχα και πάλι μεγάλη αντίδραση από την οικογένεια μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα πολύ χαρακτηριστικό γεγονός που βοήθησε να εξομαλυνθούν κάπως τα πράγματα. Κάποια στιγμή ως σπουδάστρια της δραματικής σχολής της Αγίας Βαρβάρας πήγα να δω μια παράσταση στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας. Εκεί, στο ταμείο τότε ήταν η κ. Ντίνα, η οποία βλέποντας την ατέλεια μου με ρωτάει «Τον Γιάννη τον Κυριακουλάκο τι τον έχεις;». Η κ. Ντίνα λοιπόν ήταν συμμαθήτρια του μπαμπά μου. Μου είπε ότι τον περιμένει με χαρά στο θέατρο όποτε εκείνος θέλει κι εγώ της είπα το παράπονό μου ότι ο μπαμπάς μου είχε καθημερινές αντιρρήσεις για την επιλογή μου να γίνω ηθοποιός. Η κ. Ντίνα πήρε πρωτοβουλία και του μίλησε, τον διαβεβαίωσε ότι είναι πολύ καλές σπουδές, ότι ο χώρος είναι ασφαλής κι έτσι κάπως τα πράγματα λίγο μαλάκωσαν, τουλάχιστον σταμάτησε η καθημερινή γκρίνια. Αυτός είναι και ένα λόγος που αγαπάω πολύ το θέατρο Κεφαλληνίας, μακάρι να παίξω εκεί μια μέρα. Συγκινούμαι και μόνο που το σκέφτομαι.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Στη σχολή της Αγίας Βαρβάρας γνωρίστηκα με τον Μανώλη Τσίπο. Ήταν κι εκείνος από τους πιο μορφωμένους του τμήματος, με τα πτυχία του, τις ξένες γλώσσες του κλπ. Ήμασταν δύο nerds κι έτσι δέσαμε. Εκτιμούσαμε πολύ ο ένας τον άλλο ως προσωπικότητες και είχαμε από τότε κοινές αναζητήσεις. Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, είναι ενδιαφέρον ότι όποτε συζητάμε ένα θέμα πιάνουμε και οι δύο μια κοινή άκρη για να το ξετυλίξουμε. Τότε πηγαίναμε κυρίως με το ένστικτό μας κι εγώ αντιλαμβανόμουν ότι ο Μανώλης έχει μεγάλη πνευματικότητα, πράγμα που με ενδιέφερε πολύ. Επιπλέον, ήμασταν και οι δύο σνομπ με έναν δικό μας τρόπο. Δεν ήταν η σνομπαρία που σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τους σκίσεις όλους, αλλά εκείνη που σε βάζει να σκέφτεσαι αν αξίζει να μπεις σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού με τους άλλους. Προσωπικά, είμαι απίστευτα ανταγωνιστική αλλά αυτό το κομμάτι του εαυτού μου είναι κάτι που δε με αφορά επί της ουσίας. Θέλω τους αγώνες μου να τους δίνω με τον εαυτό μου και όχι εναντίον κάποιου.

Μέσω του Μανώλη Τσίπου γνώρισα τον Βασίλη Νούλα. Οι δυο τους είχαν ένα όραμα σχηματισμένο αλλά και ταυτόχρονα εξελισσόμενο. Εγώ ήμουν ένας άνθρωπος μορφωμένος, υποκριτικά καλός, υπάκουος και οικονομολόγος. Άρα ο αρχικός μου ρόλος ήταν να κρατάω τα οικονομικά της εταιρείας. Η Nova Melancholia ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 2006, δηλαδή ελάχιστον διάστημα αφότου ο Μανώλης κι εγώ πήραμε το πτυχίο από τη δραματική σχολή. Ο Βασίλης ήταν πιο έμπειρος από εμάς, παρακολουθούσε τη θεατρική σκηνή της Αθήνας εδώ και χρόνια. Στην ομάδα ήμασταν αρχικά ο Μανώλης, ο Βασίλης, η αρχιτεκτόνισσα Έμη Κίτσαλη κι εγώ. Στην πρώτη παράσταση ήμουν β’ βοηθός σκηνοθέτη αλλά τελικά, από σπόντα καθώς έφυγε μια χορεύτρια, βρέθηκα να παίζω.

Η πρώτη μας παράσταση ήταν η «Περιγραφή μάχης» στο Booze. Αν και το κείμενο ήταν του Μανώλη, ο Βασίλης μου είπε ότι σκεφτόταν να μου δώσει να πω ένα εμβόλιμο  κείμενο για το πώς Γαργαντούας ψάχνει να βρει τον ιδανικό τρόπο να σκουπίσει τον κώλο του. Σκέψου τώρα, ότι ήμουν ένα συντηρητικό παιδί και καλούμουν να πω ένα σκατολογικό κείμενο. Όμως όλα τα παιδιά της εκκλησίας έχουν «καινά δαιμόνια» μέσα τους. Αυτό το κείμενο μου άρεσε τόσο, μα τόσο πολύ. Στην πρώτη παράσταση βγήκα με ενέσεις κορτιζόνης στη σκηνή γιατί εξακολουθούσα να κάνω όλα τα βοηθητικά που κάνει κανονικά η βοηθός -μεταξύ αυτών έπλενα, καθάριζα, μετέφερα τα βάθρα για τη σκηνή- με αποτέλεσμα να μείνω από σύνδεσμο γονάτου.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Σε όλη μου τη ζωή πορεύομαι με imposter syndrome κι αυτό με δυσκολεύει στο να θέσω όρια στην κούραση μου, στις αντοχές μου και στις απαιτήσεις που έχω από τον εαυτό μου. Γι’ αυτό μια φορά τον χρόνο παθαίνω ένα burn out, στο οποίο ο οργανισμός μου δεν λειτουργεί παρά μόνο για να αναπνεύσει. Σε απόλυτο βαθμό αυτό κρατάει ένα 24ωρο, το δεύτερο 24ωρο σηκώνομαι από το κρεβάτι τρέμοντας και πάω στην δουλειά μου.

Πάντα ενθουσιάζομαι με τα κείμενα που έχουμε δουλέψει στη Nova Melancholia. Όταν μέσα από ένα φιλοσοφικό κείμενο μπορούσα να φτιάξω μια εικόνα και να εκφράσω αυτό το κείμενο ως δικό μου -γιατί έτσι δούλευε η ομάδα καθώς ο κάθε περφόρμερ φέρνει τον αυτοσχεδιασμό του άνοιγε ένας άλλος κόσμος. Αυτό μου συνέβη πολύ έντονα με το κείμενο του Καρτέσιου στην περφόρμανς «Πρώτος στοχασμός -Περί όσων μπορούν να τεθούν εν αμφιβόλω». Ήταν συγκλονιστικό. Ήταν το 2011, ο Βασίλης μου είπε ότι θέλει να κάνουμε κάτι οι δυο μας. Σε μια πρόβα, μου ήρθε η ιδέα να πω «μαμά, μπαμπά», δηλαδή να ξεκινήσω το κείμενο λέγοντας «μαμά, μπαμπά αρχίζω να αμφιβάλλω για όλα αυτά που υποτίθεται ότι υπάρχουν». Συγκινηθήκαμε πολύ και οι δύο. Ήταν σαν να είχαμε συνεννοηθεί γιατί ήταν αυτό το κείμενο αναγκαίο και επείγον να ειπωθεί. Για αυτή την περφόμανς ήμουν υποψήφια για το βραβείο Μελίνα Μερκούρη.

Mέσα στην κρίση και αφού κόπηκαν οι θεατρικές επιχορηγήσεις αποφάσισα να πάω στο Λονδίνο για να κάνω μεταπτυχιακό στο performance making στο Goldsmiths’ University of London, το οποίο θεωρείται από τα πιο αιρετικά εκεί. Και εκεί έφτιαξα ομάδες, δύο. Το Vacuum Theatre και τη Ferodo Bridges. Γενικά είχα μια άνεση να εξελίσσω μια ιδέα εύκολα και μετά συνειδητοποίησα ότι και η δουλειά που έκανα στη Nova Melancholia ήταν και σκηνοθετική κι ας μη την αντιλαμβανόμουν ως τέτοια. Επειδή το μυαλό μου έκανε μια διαδρομή στην παράσταση με κάποιο τρόπο έφτιαχνα μια ολοκληρωμένη σύντομη παράσταση μέσα στην παράσταση, η οποία θα μπορούσε να στέκει αυτόνομη. Έτσι στην Αγγλία πέρασα επίσημα και στη σκηνοθεσία και τη συγγραφή, χωρίς να το πολυκαταλάβω και να το επιδιώξω. Μέχρι και χορογράφος έγινα εκεί!

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Μέσα στην παραδοξότητα και στη διαφορετικότητα που αισθανόμουν ένιωσα ότι μπορούσα να επικοινωνήσω καλύτερα και να βρω μια θέση κάτω από την queer ομπρέλα. Καθώς είμαι μια cis straight γυναίκα δεν εντάσσομαι τυπικά εκεί, αλλά προσωπικά νιώθω ότι το queer με αντιπροσωπεύει περισσότερο απ’ όλες τις κοινότητες. Το queer έχει κάνει ειρήνη και αποδέχεται ό,τι υπάρχει -αρκεί βέβαια να μην είναι αυτό παράνομο και παραβιαστικό. Ο χριστιανισμός όταν ξεκίνησε έλεγε «αγαπάτε αλλήλους» και νομίζω πως το queer εξελίσσει αυτή τη φράση στο τώρα. Αγαπώ τους ανθρώπους που δεν είναι όπως τους ορίζουν οι άλλοι το πώς πρέπει να είναι. Αν με ρωτήσεις ένα ορισμό για το  queer θα έλεγα ότι είναι όταν είσαι διαφορετικός από αυτό που περιμένει η κοινωνία από σένα. Εκεί έρχεται και το όνομα της εταιρείας μου Standard Error- ένας στατιστικός όρος που αφορά το στατιστικό λάθος, το οποίο εγώ το αγαπώ περισσότερο από το σωστό.

Περνάω φανταστικά όταν διδάσκω. Αγαπώ τόσο πολύ τους μαθητές μου και εκείνη τη στιγμή που βρίσκονται στη φάση της σύνθεσης, της ανακάλυψης και της δημιουργίας νιώθω ότι ανοίγουν δίαυλοι. Αγαπώ κι εγώ πολύ τους δασκάλους και θεωρώ αυτή τη σχέση μια από τις πιο σημαντικές που μπορεί να αναπτύξει κανείς στη ζωή του. Επειδή βλέπω ολιστικά τους ανθρώπους -καθώς έχω σπουδάσει το ανθρώπινο σώμα και είμαι πιστοποιημένη massage therapist και Sound Massage Practitioner- πάντα ψάχνω πώς μπορώ να εκπαιδεύομαι καλύτερα και περισσότερο. Το καλύτερό μου είναι όταν το μάθημα ξεφεύγει από το θέμα και ανοίγεται σε νέα πράγματα. Αυτό που σιχαίνομαι στην εκπαίδευση και στην παιδεία γενικότερα είναι να υπάρχει τσιγκουνιά του δασκάλου προς τον μαθητή. Και νομίζω εξ αιτίας αυτού έχω μάθει να επιλέγω και τους καλύτερους δασκάλους.

Σε όλη μου τη ζωή ενώ ήμουν ήσυχη και παρατηρούσα, σε κάποιες καταστάσεις όταν αισθανόμουν κατάφορη αδικία τότε επαναστατούσα σθεναρά. Ακόμη και με δασκάλους που αγαπούσα πάρα πολύ αν ένιωθα ότι έκαναν κάτι άδικο ανέπτυσσα έντονη επιχειρηματολογία εναντίον τους, εκεί επιτόπου, μπροστά σε όλους. Πιστεύω ότι η παρατήρηση και ο στοχασμός σου δίνουν χρόνο μέσα σου για να αναπτύξεις επιχειρήματα. Αν υπάρχει γύρω μου αρμονία και ισορροπία δεν χρειάζεται να είμαι εμφανής στον οποιονδήποτε, αν όμως ανατραπεί αυτή η ισορροπία και είμαι παρούσα, τότε δεν μπορώ παρά να απευθυνθώ σε αυτόν που την τάραξε και να καταδικάσω την αδικία. Με τρώει ο κώλος μου, σαν τον Γαργαντούα, να μιλήσω. Δεν κρατάω το στόμα μου κλειστό κι αυτό, δεν με έχει φέρει ποτέ σε δύσκολη θέση σε σχέση με τον εαυτό μου, αλλά με έχει δυσκολέψει πολύ επαγγελματικά. Ίσως γιατί ακριβώς δεν το περιμένουν από εμένα που είμαι τόσο ήσυχη. Όταν δεν έχω κάτι να πω, δεν έχω κανένα πρόβλημα να μην εμφανίζομαι πουθενά, να κάνω μια άλλη παράλληλη δουλειά -όπως και κάνω-, να κάθομαι σπίτι μου. Όταν όμως κάτι πρέπει να ειπωθεί τότε θα το πω, δεν μπορώ αλλιώς, νιώθω να ξεχειλίζω.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Κάπως έτσι δημιουργήθηκε και το νέο μου πρότζεκτ. Το «Ακουόγραμμα-Επεισόδια ηχητικών τοπίων λογοτεχνίας» είναι μια ιδέα που είχα για να μπορέσω να μετουσιώσω, το δημιουργικό υλικό που έχω μέσα μου, χωρίς ωστόσο να έχει τις οικονομικές απαιτήσεις μιας κανονικής, θεατρικής παραγωγής. Χρηματοδοτήθηκε σε ένα ποσοστό το project από το υπουργείο Πολιτισμού και έτσι δημιουργήθηκε και παρουσιάστηκε ήδη το πρώτο επεισόδιο που αφορά στο βιβλίο «Πολεοδομίες» του Γιάννη Σιούτη. Διαβάζω το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, που με συγκινεί πολύ έτσι κι αλλιώς, με παραστατική έκφραση. Παράλληλα υπάρχει ένα ηχητικό τοπίο που έχει δημιουργήσει ο Νίκος Νικολακόπουλος. Έτσι έχει δημιουργηθεί ένα πολύ ενδιαφέρον ακουστικό υλικό που απευθύνεται σε όλους και καταφέρνει ταυτοχρόνως να διευρύνει το κοινό ενός συγγραφέα και να εξασφαλίσει την προσβασιμότητα σε αυτό ακόμη και από άτομα που για διάφορους λόγους δε θα μπορούσαν να το διαβάσουν. Το «Ακουόγραμμα» μπορεί να παρουσιαστεί σε χώρους που φιλοξενούν ανθρώπους ΑμΕΑ, ηλικιωμένους, άτομα με Αλτσχάιμερ.

Τώρα βρίσκομαι στην παράσταση «ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ» της Ηλέκτρας Ελληνικιώτη. Με αφορμή ένα έργο του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο είναι μια συνομιλία ανάμεσα στο χώρο του θεάτρου και τον χώρο της πολιτικής. Διατρέχει ένα ερώτημα καθόλη τη διάρκεια του έργου που αφορά τον ενδεχόμενο τονισμό και τα πιθανά σημεία στίξης της φράσης «ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ. Έχω πει πολλές φορές στη ζωή μου αυτή τη φράση και έχω αναρωτηθεί αν έχει νόημα πια. Πολλούς καλλιτέχνες που δεν βρίσκονται σε μια συστηματική επαγγελματική σχέση με το θέατρο αυτή η φράση τους απασχολεί συχνά. Έχει να κάνει με τον βιοπορισμό και με τις ανάγκες που δημιουργούνται σε κάθε περίοδο της ζωής σου, αλλά ταυτόχρονα και την επαγγελματική και προσωπική απαξίωση που δέχονται οι καλλιτέχνες. Πολλές φορές αναρωτιέμαι γιατί μας θεωρούν τζιτζίκια του οικοσυστήματος, ενώ είμαστε μυρμήγκια.  Είναι πολλά τα ερωτήματα που γεννιούνται χάρη στο έργο, είναι μια πολύ καλή συνεργασία και είναι φανταστικά και επί της ουσίας τα κείμενα της Ηλέκτρας. Και τι ευτυχία! Ενώ μας έχει κατακλύσει ο ρεαλισμός στο θέατρο έρχεται ένας άνθρωπος και γράφει τόσο ποιητικά. Μας λείπει ο λόγος των ποιητών.

Info: «ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ», Σύλληψη ιδέας – Σκηνοθεσία: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη. Κείμενο: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη, Γεωργία Κανελλοπούλου. Παίζουν (αλφαβητικά): Μάνος Βαβαδάκης, Νοεμή Βασιλειάδου, Μαρία Γεωργιάδου, Βίκυ Κυριακουλάκου, Μαρία Μαμούρη. Μουσικός επί σκηνής: Νίκος Τσώλης. Θέατρο Θησείον, Τουρναβίτου 7