Ο ήχος των πυροβολισμών δεν είναι ποτέ απλώς θόρυβος. Είναι διακοπή. Διακόπτει τη ρουτίνα, την ψευδαίσθηση κανονικότητας, την ίδια την ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να λειτουργεί χωρίς τον ίσκιο της βίας. Το βράδυ του Σαββάτου, στην αίθουσα της ετήσιας Δείπνου Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου, αυτή η διακοπή ήρθε ξανά. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η τελετή που ενώνει εξουσία, media και διασημότητες μετατράπηκε σε σκηνή εκκένωσης. Ο Ντόναλντ Τραμπ απομακρύνθηκε από τη Μυστική Υπηρεσία. Και η Αμερική θυμήθηκε κάτι που δεν ξεχνά ποτέ πραγματικά. Η ιστορία της μπορεί να διαβαστεί και ως ιστορία πυροβολισμών.
Από τη δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν σε ένα θέατρο της Ουάσινγκτον, μέχρι τη στιγμή που ο Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι δολοφονήθηκε στο Ντάλας, η πολιτική βία δεν ήταν παρέκκλιση αλλά υπόγειο ρεύμα. Δύο ακόμη πρόεδροι, ο Τζέιμς Άμπραμ Γκάρφιλντ και ο Ουίλλιαμ ΜακΚίνλεϊ, έπεσαν από σφαίρες. Και όσοι επέζησαν, από τον Θεόδωρο Ρούζβελτ μέχρι τον Ρόναλντ Ρήγκαν, δεν αποτέλεσαν εξαίρεση αλλά επιβεβαίωση του κανόνα ότιη εξουσία στην Αμερική συνοδεύεται από έναν μόνιμο στόχο στην πλάτη.

Υπήρξε μια περίοδος που οι ιστορικοί πίστεψαν ότι αυτός ο κύκλος είχε κλείσει. Η απόπειρα δολοφονίας του Ρήγκαν το 1981 θεωρήθηκε το τέλος μιας εποχής πολιτικής αστάθειας που κορυφώθηκε τη δεκαετία του ’60, με τις δολοφονίες του Ρόμπερτ Φ. Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Η Αμερική πίστεψε ότι είχε μάθει να ελέγχει τη δική της ένταση. Ότι η βία θα παρέμενε μια σκοτεινή παρένθεση της ιστορίας της. Δεν παρέμεινε.
Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ απλώς επαναφέρει αυτή τη γραμμή σε πραγματικό χρόνο. Ένας υποψήφιος που τραυματίζεται σε προεκλογική συγκέντρωση. Ένας πρόεδρος που απομακρύνεται εσπευσμένα από μια αίθουσα γεμάτη δημοσιογράφους. Ένα πολιτικό σύστημα που λειτουργεί σαν να έχει ενσωματώσει τη βία στο DNA του όχι ως εξαίρεση, αλλά ως πιθανότητα που πάντα ελλοχεύει. Δεν πρόκειται για ένα περιστατικό. Πρόκειται για αλληλουχία.

Το αποκορύφωμα αυτής της έντασης δεν ήταν μια δολοφονία, αλλά μια εικόνα. Το Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Ένα πλήθος που δεν στόχευε ένα πρόσωπο αλλά μια διαδικασία. Μια απόπειρα να σταματήσει η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας.
Αυτό που άλλαξε δεν είναι η ύπαρξη της βίας αλλά η μορφή της. Από τις μεμονωμένες πράξεις «μοναχικών δραστών», η χώρα πέρασε σε μια εποχή διάχυτης επιθετικότητας. Οπλισμένες πολιτοφυλακές, θεωρίες συνωμοσίας, πολιτικοί λόγοι που μετατρέπονται σε κάλεσμα για δράση. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα περισσότερες επιθέσεις αλλά μια μόνιμη κατάσταση έντασης. Από εκεί και μετά τα περιστατικά δεν σταμάτησαν απλώς έγιναν πιο καθημερινά. Επιθέσεις σε πολιτικούς, σχέδια δολοφονίας δικαστών, απόπειρες απαγωγής κυβερνητών, επιθέσεις σε συγγενείς πολιτικών. Ο στόχος δεν είναι πάντα ο πρόεδρος. Είναι η ιδέα της εξουσίας όπου κι αν αυτή ενσαρκώνεται.

Ακόμη και όσοι βρίσκονται γύρω από την εξουσία μετατρέπονται σε στόχους. Δεκαετίες αργότερα, η Γκάμπι Γκίφορντς τραυματίστηκε σοβαρά σε επίθεση με πολλαπλά θύματα. Πιο πρόσφατα, σχέδια απαγωγής και εκτέλεσης πολιτικών, όπως της κυβερνήτριας Γκρέτσεν Γουίτμερ, έδειξαν ότι ο στόχος δεν είναι πια μόνο ο πρόεδρος αλλά κάθε φορέας εξουσίας. Η επίθεση στον Πολ Πελόζι δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο παραφροσύνης ήταν ένδειξη μιας νέας πραγματικότητας, όπου η βία δεν χρειάζεται καν άμεση πολιτική στόχευση για να λειτουργήσει πολιτικά.
Η βία δεν έχει πια ιεραρχία. Δεν έχει καν σταθερό πρόσωπο. Μπορεί να εμφανιστεί σε μια αίθουσα ξενοδοχείου στην Ουάσινγκτον, σε μια προεκλογική συγκέντρωση στην Πενσυλβάνια ή σε μια πανεπιστημιούπολη, όπου ένας δημόσιος λόγος διακόπτεται από μια σφαίρα. Η δολοφονία του Τσάρλι Κερκ μπροστά σε κοινό δεν λειτούργησε ως σοκ που πάγωσε τη χώρα, εντάχθηκε σχεδόν αμέσως σε μια αλυσίδα γεγονότων που συνεχίζεται.

Αυτό που κάνει τη σημερινή συγκυρία διαφορετική είναι ότι η βία δεν σοκάρει όπως παλιά. Δεν διακόπτει απλώς, ενσωματώνεται. Γίνεται μέρος της πολιτικής αφήγησης, εργαλείο πόλωσης, ακόμη και επικοινωνιακό κεφάλαιο. Ο Ρήγκαν βγήκε ισχυρότερος μετά την απόπειρα εναντίον του. Ο Τραμπ μετέτρεψε τον τραυματισμό του σε εικόνα ισχύος υψώνοντας τη γροθιά του μπροστά στο πλήθος. Η βία δεν αποδυναμώνει πάντα. Μερικές φορές ενισχύει.
Και εκεί βρίσκεται η πιο ανησυχητική μετατόπιση. Όταν μια δημοκρατία δεν φοβάται πια τη βία, αλλά μαθαίνει να τη χρησιμοποιεί, έστω και έμμεσα, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι σφαίρες. Είναι το σύστημα που συνεχίζει να λειτουργεί σαν να είναι αναμενόμενες.
Η Αμερική δεν είναι η μόνη χώρα με πολιτική βία. Αλλά είναι ίσως η μόνη που την έχει ενσωματώσει τόσο βαθιά στην αφήγησή της, ώστε κάθε νέο περιστατικό να μοιάζει λιγότερο με ρήξη και περισσότερο με συνέχεια. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη κανονικότητα απ’ όλες.




