Skip to main content

Λίγοι πολιτιστικοί οργανισμοί στην Ελλάδα δείχνουν σήμερα να κινούνται με την αυτοπεποίθηση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Αυτό έγινε ακόμη πιο εμφανές στην παρουσίαση του νέου προγράμματος για την καλλιτεχνική περίοδο 2026-27. Δεν έμοιαζε με μία ακόμη συνέντευξη Τύπου γεμάτη τίτλους έργων και ημερομηνίες. Υπήρχε η αίσθηση ότι η ΕΛΣ προσπαθεί πλέον να μιλήσει διαφορετικά για τον εαυτό της. Όχι σαν ένας οργανισμός που διεκδικεί απλώς θέση στον ελληνικό πολιτιστικό χάρτη, αλλά σαν μια σκηνή που θέλει να σταθεί ισότιμα μέσα στη διεθνή συζήτηση για την όπερα και το μουσικό θέατρο. Και αυτό φαίνεται ήδη από τον τρόπο με τον οποίο ανοίγει η σεζόν. Ο «Ορφέας» του Κλάουντιο Μοντεβέρντι παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΛΣ μέσα από μια μεγάλη διεθνή συμπαραγωγή με το Glyndebourne Festival και τη Metropolitan Opera, σε σκηνοθεσία του William Kentridge. Και μόνο αυτή η συνεργασία δείχνει πόσο έχει αλλάξει η θέση της Λυρικής τα τελευταία χρόνια. Για δεκαετίες, τέτοιου τύπου συνεργασίες έμοιαζαν να συμβαίνουν κάπου μακριά από την Αθήνα. Τώρα η Αθήνα συμμετέχει σε αυτές.

Η νέα καλλιτεχνική περίοδος που υπογράφει ο Γιώργος Κουμεντάκης μοιάζει να στηρίζεται σε μια αρκετά δύσκολη ισορροπία. Από τη μία υπάρχουν έργα-σύμβολα του μεγάλου κλασικού ρεπερτορίου. Από την άλλη, μια σταθερή προσπάθεια να μην εγκλωβιστεί η ΕΛΣ στη μουσειακή λογική που συχνά συνοδεύει την όπερα. Το πρόγραμμα προσπαθεί συνεχώς να ισορροπήσει ανάμεσα στο βάρος της παράδοσης και στην ανάγκη να μη μοιάζει η όπερα με μουσείο. Η «Ντάμα πίκα» του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι επιστρέφει σε νέα παραγωγή με τη σκηνοθετική υπογραφή του Stephen Langridge, ενώ η «Ασώτου ανάβασις» του Ίγκορ Στραβίνσκι επανέρχεται στο ρεπερτόριο της ΕΛΣ έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα. Δεν πρόκειται για «εύκολες» επιλογές. Είναι έργα που απαιτούν απόλυτη σκηνική ακρίβεια και κοινό διατεθειμένο να παρακολουθήσει κάτι πιο απαιτητικό από μια ασφαλή αναπαραγωγή γνωστών τίτλων.

Το πιο φιλόδοξο στοίχημα της σεζόν ίσως βρίσκεται στη «Missa solemnis» του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΛΣ. Ένα έργο σχεδόν τρομακτικό σε μέγεθος, απαιτήσεις και ένταση. Η επιλογή του δεν δείχνει μόνο καλλιτεχνική φιλοδοξία. Δείχνει και μια διάθεση να αντιμετωπιστεί η Λυρική ως οργανισμός που μπορεί πλέον να αναμετρηθεί με έργα τα οποία παλιότερα θα θεωρούνταν υπερβολικά μεγάλα για τα ελληνικά δεδομένα. Την ίδια στιγμή, η ΕΛΣ φαίνεται να γνωρίζει καλά ότι το κοινό της δεν χτίστηκε μόνο μέσα από πειραματισμούς ή υψηλές καλλιτεχνικές δηλώσεις. Οι αναβιώσεις επιτυχημένων παραγωγών παραμένουν κομβικές. Ο «Οθέλλος» του Τζουζέππε Βέρντι επιστρέφει ως ένας φόρος τιμής στον Robert Wilson, έναν δημιουργό που άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο η όπερα συναντά την εικόνα και τον φωτισμό. Παράλληλα, οι ασπρόμαυρες παραγωγές της «Τόσκας» και του «Ριγολέττου» από τον Νίκος Σ. Πετρόπουλος επιστρέφουν σαν υπενθύμιση ότι το κοινό εξακολουθεί να διψά για παραστάσεις με έντονη αισθητική ταυτότητα και καθαρή σκηνική υπογραφή.

Στο μπαλέτο, η νέα χορογραφία της Βαλεντίνα Τούρκου πάνω στο «Λεωφορείον ο Πόθος» επιχειρεί να φέρει τον κόσμο του Τεννεσσή Ουίλλιαμς μέσα σε ένα πιο σύγχρονο χορευτικό περιβάλλον, ενώ η επιστροφή της «Ζιζέλ» θυμίζει ότι το κλασικό μπαλέτο εξακολουθεί να λειτουργεί σαν μία από τις πιο άμεσες γέφυρες ανάμεσα στη Λυρική και ένα ευρύτερο κοινό. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που κάνει τη νέα σεζόν ενδιαφέρουσα. Η προσπάθεια της ΕΛΣ να υπάρχει πιο έντονα μέσα στην ίδια την πόλη. Το μουσικό παραμύθι της Λένα Πλάτωνος «Το αηδόνι του αυτοκράτορα», η Δήμητρα Γαλάνη με μια ιδιαίτερη μουσική παράσταση με τίτλο «Ακόμα κι αν φύγεις»,, αποτίνοντας φόρο τιμής σε μια μοναδική στιχουργό του ελληνικού τραγουδιού, τη Μαριανίνα Κριεζή, αλλά και το Φεστιβάλ Λατρευτικής Μουσικής που απλώνεται σε εκκλησίες, μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας, δείχνουν μια πιο ανοιχτή αντίληψη για το τι μπορεί να είναι σήμερα ένας μεγάλος πολιτιστικός οργανισμός. Όχι ένας κλειστός κόσμος για μυημένους, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που προσπαθεί να συνομιλεί με διαφορετικά κοινά και διαφορετικές ηλικίες.

Ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της νέας περιόδου να μην βρίσκεται καν στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος. Βρίσκεται στη συναυλία που θα δώσει η ΕΛΣ στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης με το αφιέρωμα «Nikos Kazantzakis: An Odyssey in Music». Όχι μόνο επειδή πρόκειται για έναν εμβληματικό χώρο, αλλά επειδή δείχνει κάτι βαθύτερο: ότι η Λυρική δεν προσπαθεί πια απλώς να αποδείξει πως “μπορεί”. Συμπεριφέρεται σαν οργανισμός που θεωρεί αυτονόητο ότι ανήκει σε αυτή τη διεθνή συνομιλία. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα της νέας εποχής της. Όχι μόνο να παρουσιάζει μεγάλες παραγωγές, αλλά να κάνει το αθηναϊκό κοινό να αισθανθεί ότι τέτοιου μεγέθους παραγωγές δεν συμβαίνουν πια κάπου αλλού, αλλά εδώ.

rodrogues