Στις Κάννες οι ταινίες τελειώνουν αλλά οι συζητήσεις συνεχίζονται μέχρι αργά τη νύχτα, σαν να αρνείται η πόλη να αφήσει τις εικόνες να καταλαγιάσουν. Στα τραπέζια γύρω από τη Croisette, μέσα σε λόμπι ξενοδοχείων και μικρά μπαρ, άκουγες φέτος τους ανθρώπους να μιλούν λιγότερο για σκηνοθετικές επιδείξεις και περισσότερο για σύνορα, γλώσσες, εξορία, ιστορική μνήμη. Σαν το ίδιο το φεστιβάλ να προσπαθούσε να καταλάβει τι απομένει σήμερα από την ιδέα της Ευρώπης. Το γεγονός ότι ο Χρυσός Φοίνικας κατέληξε στο “Fjord” του Κριστιάν Μουντζίου δεν έμοιαζε απλώς με νίκη μιας ακόμη σημαντικής ταινίας. Έμοιαζε με δήλωση εποχής. Ο Ρουμάνος δημιουργός που σχεδόν ολόκληρη την καριέρα του κινηματογράφησε τη μετακομμουνιστική Ρουμανία, μετακινήθηκε αυτή τη φορά στη Νορβηγία για να αφηγηθεί την ιστορία μιας οικογένειας μεταναστών η οποία βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με τις υποψίες της κοινότητας όπου προσπαθεί να ενταχθεί. Όταν εμφανίζονται σημάδια στο σώμα της μικρής τους κόρης, η υπόθεση μετατρέπεται σταδιακά σε δημόσιο ηθικό πανικό.

Ο Μουντζίου δεν ενδιαφέρεται τόσο για το μυστήριο όσο για τον μηχανισμό της καχυποψίας. Για τη στιγμή όπου μια κοινωνία που αυτοπροσδιορίζεται ως ανεκτική αρχίζει να αντιμετωπίζει τον “άλλο” σαν αίνιγμα προς επιτήρηση. Στο “Fjord”, οι άνθρωποι μιλούν διαφορετικές γλώσσες αλλά η πραγματική ασυνεννοησία βρίσκεται βαθύτερα: στον τρόπο που ερμηνεύουν την οικογένεια, τη θρησκεία, την τρυφερότητα, την εξουσία. Αυτό που διαλύεται δεν είναι μόνο η εμπιστοσύνη μεταξύ των χαρακτήρων αλλά η ίδια η ιδέα μιας κοινής ευρωπαϊκής ηθικής γλώσσας. Ίσως γι’ αυτό η βράβευση της ταινίας φάνηκε τόσο χαρακτηριστική για τις φετινές Κάννες. Το φεστιβάλ έμοιαζε να επιστρέφει ξανά και ξανά σε ιστορίες ανθρώπων που κατοικούν ανάμεσα σε πατρίδες, ανάμεσα σε μνήμες, ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού τους. Οι πιο δυνατές ταινίες δεν μιλούσαν για σταθερές ταυτότητες αλλά για ανθρώπους που ζουν μέσα στη μετατόπιση.

Ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ αυτοεξόριστος πλέον από τη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία, παρουσίασε το “Μινώταυρο”, ένα από τα πιο σκληρά πολιτικά φιλμ του διαγωνιστικού τμήματος. Ο πρωταγωνιστής, ένας επιχειρηματίας σε μια επαρχιακή ρωσική πόλη, στρατολογεί εργάτες για το μέτωπο με ψεύτικες υποσχέσεις μισθών γνωρίζοντας ότι πολλοί δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Ο πόλεμος στην ταινία δεν εμφανίζεται μόνο ως κρατική βία αλλά ως καθημερινή ηθική διάβρωση. Στον τρόπο που κάποιος εξαφανίζει ανθρώπους από μια μισθοδοσία. Στον τρόπο που κοιτά τη γυναίκα του. Στον τρόπο που η εξουσία μετατρέπεται σιγά σιγά σε φυσική κατάσταση.

Όταν ο Ζβιάγκιντσεφ ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής και ζήτησε δημόσια να σταματήσει ο πόλεμος, η στιγμή είχε κάτι περισσότερο από πολιτική φόρτιση. Έμοιαζε σαν η ίδια η εξορία να είχε περάσει από την οθόνη στο σώμα του δημιουργού. Ακόμη και οι ταινίες που κινούνταν πιο μακριά από την ανοιχτή πολιτική επέστρεφαν συνεχώς στην αίσθηση της αποκοπής. Το “La Bola Negra” των Χαβιέ Αμβρόσι και Χαβιέ Κάλβο συνέδεε διαφορετικές χρονικές περιόδους της Ισπανίας μέσα από ιστορίες κρυμμένης ομοφυλοφιλικής επιθυμίας, σαν η χώρα να κουβαλά ακόμη υπόγεια στρώματα σιωπής που δεν έχουν πραγματικά εξαφανιστεί. Οι χαρακτήρες των φετινών Καννών συχνά έμοιαζαν να κληρονομούν τραύματα που προϋπήρχαν της γέννησής τους.

Καμία ταινία όμως δεν συμπύκνωσε αυτή τη μελαγχολία πιο έντονα από το “Fatherland” του Πάβελ Παβλικόφσκι που τιμήθηκε επίσης με το βραβείο σκηνοθεσίας. Ο Παβλικόφσκι ακολουθεί τον Τόμας Μαν κατά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949 έπειτα από χρόνια αμερικανικής εξορίας. Ο Μαν φτάνει σε μια χώρα που συνεχίζει να μιλά τη γλώσσα του αλλά δεν του ανήκει πια. Τον αντιμετωπίζουν σαν εθνικό σύμβολο και ταυτόχρονα σαν άνθρωπο που έφυγε την ώρα της καταστροφής. Η ταινία κινείται με μια σχεδόν πένθιμη ηρεμία. Ο Μαν ερπατά μέσα στα ερείπια της μεταπολεμικής Γερμανίας σαν να αναζητά μια πατρίδα που υπάρχει πλέον μόνο στη μνήμη του. Ο Παβλικόφσκι καταλαβαίνει ότι η εξορία δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι μια μόνιμη εσωτερική κατάσταση. Μπορεί να επιβιώσεις από την ιστορία και παρ’ όλα αυτά να μη βρεις ποτέ ξανά πραγματικά τον δρόμο της επιστροφής.
Παλιότερα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές συμπαραγωγές προσπαθούσαν να εξαφανίσουν τις πολιτισμικές διαφορές ώστε να ταξιδεύουν εύκολα από αγορά σε αγορά. Οι φετινές Κάννες έδειξαν σχεδόν το αντίθετο. Οι σημαντικότερες ταινίες ήταν εκείνες που άφηναν τις αντιφάσεις ανοιχτές. Που αντιμετώπιζαν τη μετατόπιση όχι σαν πρόβλημα προς επίλυση αλλά σαν τη βασική ανθρώπινη εμπειρία της σύγχρονης Ευρώπης.
Σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της τελετής λήξης, η Μπάρμπρα Στρέιζαντ, παραλαμβάνοντας τιμητικά τον Χρυσό Φοίνικα μέσω βιντεοσκοπημένου μηνύματος, μίλησε για τη σημασία του να βλέπουμε ιστορίες από διαφορετικές χώρες «σε έναν κόσμο που μοιάζει να μας περιορίζει όλο και περισσότερο». Ήταν μια φράση που αιωρήθηκε για λίγο πάνω από το φεστιβάλ σαν αόρατος επίλογος. Οι Κάννες του 2026 δεν έμοιαζαν με γιορτή μιας ενωμένης ευρωπαϊκής κουλτούρας. Περισσότερο έμοιαζαν με πορτρέτο
μιας ηπείρου που μοιάζει να ψάχνει ξανά τον εαυτό της, την ώρα που οι άνθρωποί της ζουν ανάμεσα σε γλώσσες, πατρίδες και αναμνήσεις που δεν τους χωρούν πλέον ολοκληρωτικά.






