Skip to main content

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ένας φοιτητής ρώτησε τον Εντγκάρ Μορέν πως συνοψίζεται η θεωρία του. Ο Μορέν τον κοίταξε για μια στιγμή με εκείνο το βλέμμα που ήξεραν καλά όσοι τον είχαν ακούσει να μιλά, ένα βλέμμα που συνδύαζε υπομονή και ελαφριά ειρωνεία και του είπε: «Αν μπορούσα να τη συνοψίσω, δεν θα άξιζε να τη γράψω.» Ήταν όπως πολλές απαντήσεις του, αστεία και απολύτως σοβαρή ταυτόχρονα. Ο Μορέν πέθανε χθες στο Παρίσι, λίγες εβδομάδες πριν κλείσει τα εκατόν πέντε. Είχε γεννηθεί στις 8 Ιουλίου 1921 ως Εντγκάρ Ναούμ, γιος μιας σεφαραδίτικης εβραϊκής οικογένειας που είχε φέρει μαζί της από τη Θεσσαλονίκη τη γλώσσα, τα έθιμα και μια βαθιά σχέση με τον ξεριζωμό. Η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν δέκα χρονών και αυτή η απώλεια όπως παραδεχόταν ο ίδιος, τον σημάδεψε βαθύτατα. Η ορφάνια, θα πει αργότερα ο ίδιος, ήταν ίσως η πρώτη μεγάλη «πολυπλοκότητα» που χρειάστηκε να διαχειριστεί.

Η διαδρομή του ακούγεται σήμερα σχεδόν αδιανόητη. Αντιστασιακός, κομμουνιστής, απογοητευμένος από τον σταλινισμό, διανοούμενος που δεν εγκατέλειψε ποτέ την Αριστερά αλλά δεν εμπιστεύτηκε ποτέ καμία ιδεολογική ορθοδοξία. Σπούδασε ιστορία και νομικά στη Σορβόννη, μπήκε στους κόλπους της Αντίστασης κατά τη γερμανική Κατοχή, πήρε το ψευδώνυμο Μορέν, από ένα μικρό χωριό της νότιας Γαλλίας που δεν είχε καμία σχέση μαζί του και εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ήταν 1942. Εννέα χρόνια αργότερα τον διαγράψανε. Είχε αρχίσει να κάνει ερωτήσεις που το κόμμα δεν ήθελε να ακούσει. Ερωτήσεις για τον Στάλιν, για την ηγεσία, για τη σχέση ανάμεσα στην επαναστατική θεωρία και στους νεκρούς που άφηνε πίσω της. «Ήταν σαν παιδικός πόνος», έγραψε αργότερα, «τεράστιος και πολύ σύντομος». Η ρήξη δεν τον οδήγησε στον αντικομμουνισμό της εποχής. Τον οδήγησε στη μόνιμη καχυποψία απέναντι σε όσους πιστεύουν ότι κατέχουν τη μοναδική αλήθεια. Εκεί βρίσκεται και ο πυρήνας όλου του έργου του. Ο Μορέν δεν εμπιστευόταν τις εύκολες εξηγήσεις. Πίστευε ότι οι κοινωνίες, οι άνθρωποι και η ιστορία είναι πολύ πιο αντιφατικοί και ακατάστατοι απ’ όσο αντέχουν τα περισσότερα πολιτικά ή φιλοσοφικά συστήματα.

Δεν επέλεξε ειδίκευση ή μάλλον, επέλεξε να αρνηθεί την ειδίκευση ως τρόπο σκέψης. Έγραψε για τον κινηματογράφο και τη λαϊκή κουλτούρα όταν αυτά θεωρούνταν ασήμαντα αντικείμενα για σοβαρούς διανοούμενους. Ταξίδεψε στη Λατινική Αμερική, κατέληξε για ένα διάστημα στο Σαλκ Ινστιτούτο στη Καλιφόρνια και έγραψε ένα ημερολόγιο που διαβάζει τη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών σαν ανθρωπολογικό πεδίο. Στο βιβλίο του La Rumeur d’Orléans στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ανέλυσε με ποιο τρόπο μια ψευδής ιστορία μπορούσε να εξαπλωθεί μαζικά και να μετατραπεί σε κοινωνική υστερία. Διαβάζοντάς το σήμερα έχεις συχνά την αίσθηση ότι περιγράφει το διαδίκτυο πριν ακόμη υπάρξει. Ο τρόπος που γεννιούνται οι θεωρίες συνωμοσίας, η ταχύτητα με την οποία κυκλοφορεί ο φόβος, η ανάγκη των ανθρώπων να πιστέψουν κάτι που τους σοκάρει ή τους επιβεβαιώνει, όλα βρίσκονται ήδη εκεί.

Το 1977, άρχισε να γράφει το έργο της ζωής του. Η Méthode το εξάτομο έργο που έγραψε επί τριάντα χρόνια (1977–2004), ήταν μια απόπειρα να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στις φυσικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Ο Μορέν πίστευε ότι ένας βιολόγος και ένας κοινωνιολόγος μιλούσαν κατ’ ουσίαν για το ίδιο πράγμα τη ζωή, την οργάνωση, την πολυπλοκότητα χρησιμοποιώντας γλώσσες που είχαν μάθει να μην ακούν η μία την άλλη. Ήθελε να τις κάνει να ξαναμιλήσουν. Ο Μορέν καταλάβαινε ότι ο σύγχρονος κόσμος δεν μπορεί να εξηγηθεί με μονοδιάστατο τρόπο. Πολιτική, τεχνολογία, ψυχολογία, οικονομία, βιολογία, περιβάλλον και κουλτούρα επηρεάζουν τα πάντα. Από αυτή τη σκέψη γεννήθηκε και η περίφημη pensée complexe, η «σύνθετη σκέψη», ιδέα που έγινε σχεδόν ταυτόσημη με το όνομά του. Για τον Μορέν η πολυπλοκότητα δεν ήταν εμπόδιο που έπρεπε να εξαφανιστεί αλλά η φυσική κατάσταση της πραγματικότητας.

Αυτό ακούγεται σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ. Ζούμε σε μια εποχή που οι αλγόριθμοι ανταμείβουν τη βεβαιότητα και τιμωρούν την αμφιβολία. Ο δημόσιος λόγος συμπιέζεται σε συνθήματα, οργή, στρατόπεδα και απόλυτες τοποθετήσεις. Η λογική των social media απαιτεί γρήγορες απαντήσεις ακόμη και για τα πιο περίπλοκα ζητήματα. Ο Μορέν επέμενε ακριβώς στο αντίθετο. Η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία αλλά μορφή διαύγειας. Ο Εμανουέλ Μακρόν υιοθέτησε τη «σύνθετη σκέψη» ως είδος φιλοσοφικής σφραγίδας, πράγμα που έκανε τον Μορέν να χαμογελά με έναν τρόπο που δεν ήταν εύκολο να τον διαβάσεις. Δεν αρνήθηκε ποτέ τη χαρά. Δεν έκρυψε ποτέ την ειρωνεία.

Γι’ αυτό και δεν έγινε ποτέ πραγματικά βολικός διανοούμενος. Παρέμεινε μέχρι τέλους μια φιγούρα που προκαλούσε αμηχανία. Υπερασπίστηκε την πολυπολιτισμικότητα αλλά κατηγορήθηκε ότι υποτίμησε νέες μορφές αντισημιτισμού στην Ευρώπη. Κατήγγειλε την πολιτική του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους και βρέθηκε στο κέντρο μεγάλων αντιδράσεων στη Γαλλία. Συνομιλούσε με πολιτικούς, βιολόγους, ψυχιάτρους, ακτιβιστές και φιλοσόφους χωρίς να ανήκει πραγματικά πουθενά.

Τα τελευταία χρόνια έγραφε όλο και περισσότερο για την οικολογική κρίση και για έναν πολιτισμό που χάνει σταδιακά την ανθρώπινη διάστασή του μέσα στην εμμονή της διαρκούς ανάπτυξης και της τεχνολογικής επιτάχυνσης. Δεν ήταν τεχνοφοβικός. Φοβόταν όμως έναν κόσμο που μετατρέπει τα πάντα σε δεδομένα, μετρήσεις και μηχανισμούς διαχείρισης. Σε μια από τις τελευταίες του εμφανίσεις ρωτήθηκε αν αισθανόταν αισιόδοξος για τον κόσμο. Σταμάτησε, σκέφτηκε. «Δεν είμαι αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος.Είμαι ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να παρατηρεί», είπε τελικά.

Ο θάνατός του δεν μοιάζει μόνο με απώλεια ενός μεγάλου φιλοσόφου. Μοιάζει και με υπενθύμιση ότι η σκέψη κάποτε απαιτούσε χρόνο, αντιφάσεις, και αντοχή στην αβεβαιότητα. Σε μια εποχή που όλοι πιέζονται να μιλούν γρήγορα και απόλυτα, ο Εντγκάρ Μορέν πέρασε περισσότερο από έναν αιώνα υπερασπιζόμενος το δικαίωμα των ανθρώπων να σκέφτονται δύσκολα.

rodrogues