Skip to main content

Κάθε Ιούνιο η Ελλάδα παθαίνει κάτι παράξενο. Οι καφετέριες γύρω από τα φροντιστήρια αδειάζουν νωρίς. Οι γονείς μιλούν πιο σιγά μέσα στο σπίτι, λες και ένας δυνατός θόρυβος μπορεί να καταστρέψει τη συγκέντρωση και μαζί ολόκληρο το μέλλον. Τα sites γράφουν για «παγίδες», «σφαγή», «θέματα φωτιά», σαν να καλύπτουν εθνική κρίση και όχι εξετάσεις δεκαοκτάχρονων παιδιών. Χιλιάδες παιδιά αρχίζουν να πιστεύουν ότι ίσως αυτές οι μέρες θα αποφασίσουν ποιοι άνθρωποι θα επιτραπεί να γίνουν. Αυτό είναι το πιο βαρύ κομμάτι των Πανελλαδικών. Όχι η ύλη. Ούτε η κούραση. Αλλά το ότι μια ολόκληρη κοινωνία κοιτά παιδιά 17 και 18 ετών σαν προσωρινούς πίνακες αποτελεσμάτων. Μόρια. Βάσεις. Ranking. Σχολές. Ποσοστά επιτυχίας. Σχεδόν ποτέ χαρακτήρες. Σχεδόν ποτέ άνθρωποι.

Ο David Foster Wallace είχε πει κάποτε μια ιστορία με δύο ψάρια που κολυμπούν και συναντούν ένα μεγαλύτερο ψάρι που τα ρωτά: «Πώς είναι το νερό;». Τα δύο ψάρια συνεχίζουν για λίγο και μετά το ένα κοιτάζει το άλλο και λέει: «Τι διάολο είναι το νερό;». Η ιδέα του ήταν απλή. Οι άνθρωποι συνήθως δεν βλέπουν το πιο καθοριστικό πράγμα γύρω τους επειδή γεννήθηκαν μέσα σε αυτό. Οι Πανελλαδικές στην Ελλάδα είναι ακριβώς αυτό το νερό.

Μεγαλώνεις μέσα σε ένα σύστημα που σε μαθαίνει από νωρίς να μετριέσαι συνεχώς. Πρώτα οι βαθμοί. Μετά οι εξετάσεις. Μετά η σχολή. Μετά το βιογραφικό. Μετά ο μισθός. Μετά το status. Μετά οι followers. Πάντα κάποιος κοιτάζει έναν αριθμό δίπλα στο όνομά σου και αποφασίζει αν είσαι αρκετός. Το πιο ειρωνικό είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι που λένε σήμερα στα παιδιά «μην αγχώνεστε τόσο» ήταν συχνά εκείνοι που για χρόνια τα έπειθαν ότι αυτή είναι η σημαντικότερη στιγμή της ζωής τους. Λίγο πριν μπουν στην αίθουσα σχεδόν όλοι έχουν ακούσει κάποια εκδοχή του «τώρα κρίνονται όλα».

Δεν κρίνονται όλα. Και μάλλον αυτό είναι που δυσκολεύει περισσότερο τους μεγάλους να παραδεχτούν. Γιατί αν οι Πανελλαδικές δεν είναι τελικά το απόλυτο φίλτρο ζωής, τότε καταρρέει ένας ολόκληρος ελληνικός μύθος. Ο μύθος ότι η ζωή λειτουργεί δίκαια, ότι οι καλοί ανταμείβονται πάντα, ότι αν κάνεις όλα όσα πρέπει το σύστημα θα σε προστατεύσει. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο χαοτική από αυτό. Και πολύ πιο ανθρώπινη.

Υπάρχουν άνθρωποι που πέρασαν στις σχολές των ονείρων τους και στα 35 τους νιώθουν απολύτως χαμένοι. Υπάρχουν άλλοι που στα 18 τους πίστεψαν ότι καταστράφηκαν και χρόνια αργότερα βρήκαν έναν εαυτό που δεν θα χωρούσε ποτέ σε μηχανογραφικό δελτίο. Υπάρχουν παιδιά που αυτές τις μέρες νιώθουν αποτυχημένα ενώ στην πραγματικότητα απλώς δεν έμαθαν ποτέ να αναπνέουν μέσα σε ένα σύστημα φτιαγμένο μόνο για σύγκριση. Κανείς σχεδόν δεν το λέει αυτό δημόσια γιατί δεν βολεύει.

Οι Πανελλαδικές είναι μια τεράστια βιομηχανία φόβου. Φροντιστήρια. Συγκρίσεις. Οικογενειακές προσδοκίες. Τηλεοπτικοί πανικοί. Stories με «πάμε δυνατά». Ενήλικες που προβάλλουν πάνω σε παιδιά όλα όσα φοβήθηκαν οι ίδιοι ότι δεν κατάφεραν. Κάποια στιγμή αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι το πιο επικίνδυνο πράγμα δεν είναι να αποτύχεις σε μια εξέταση. Είναι να περάσεις όλη σου τη ζωή πιστεύοντας ότι πρέπει διαρκώς να εξετάζεσαι για να αξίζεις.

Και τότε ξαφνικά όλα μοιάζουν Πανελλαδικές. Η δουλειά. Τα χρήματα. Οι σχέσεις. Η εικόνα σου. Η επιτυχία σου. Ακόμη και η ευτυχία σου αρχίζει να μοιάζει με βαθμολογία που κάποιος άλλος κρατά στα χέρια του. Γι’ αυτό ίσως το σημαντικότερο πράγμα που πρέπει να ακούσουν αυτά τα παιδιά δεν είναι το εύκολο «όλα θα πάνε καλά». Δεν ξέρει κανείς αν όλα θα πάνε καλά. Η ζωή δεν κάνει τέτοιες συμφωνίες. Αυτό που αξίζει να ακούσουν είναι κάτι πιο αληθινό.

Καμία αίθουσα εξετάσεων δεν μπορεί να χωρέσει ολόκληρη τη ζωή τους μέσα σε λίγες κόλλες χαρτί. Ο κόσμος εκεί έξω είναι πολύ μεγαλύτερος, πολύ πιο απρόβλεπτος και πολύ πιο ανοιχτός από όσο τους έμαθαν να πιστεύουν.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.