Αν ένας εξωγήινος παρακολουθούσε την ελληνική πολιτική των τελευταίων πενήντα χρόνων, πιθανότατα θα κατέληγε σε ένα παράξενο συμπέρασμα. Η χώρα αυτή δεν εκλέγει πρωθυπουργούς. Τους ανακυκλώνει. Τους στέλνει σπίτι τους, τους κατηγορεί για όσα πήγαν στραβά και λίγα χρόνια αργότερα αρχίζει να αναρωτιέται αν πρέπει να τους φέρει πίσω.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει. Ο Αντώνης Σαμαράς ετοιμάζεται να επιστρέψει. Ο Κώστας Καραμανλής εξακολουθεί να υπάρχει ως μόνιμη αναφορά στο πολιτικό υποσυνείδητο της Νέας Δημοκρατίας. Και αν η ιστορία της Μεταπολίτευσης διδάσκει κάτι, είναι ότι στην Ελλάδα οι πρώην πρωθυπουργοί μοιάζουν με κινηματογραφικούς χαρακτήρες που αρνούνται να εγκαταλείψουν το σενάριο. Πάντα υπάρχει μία ακόμη εμφάνιση, μία ακόμη πράξη, μία ακόμη επιστροφή.
Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι θέλουν να επιστρέψουν. Η εξουσία δεν υπήρξε ποτέ χόμπι. Όποιος έζησε κοντά της, δύσκολα συμβιβάζεται με τον ρόλο του θεατή. Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι εξακολουθούν να πιστεύουν πως μπορούν να επιστρέψουν ως λύση. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι συχνά έχουν λόγους να το πιστεύουν.
Οι ίδιες δημοσκοπήσεις που καταγράφουν βαθιά δυσπιστία απέναντι στα κόμματα και τους πολιτικούς αποκαλύπτουν ταυτόχρονα μια κοινωνία που δυσκολεύεται να φανταστεί κάτι διαφορετικό από όσα ήδη γνώρισε. Οι πολίτες δηλώνουν ότι θέλουν ανανέωση, αρκεί να μην είναι υπερβολικά νέα. Λένε ότι θέλουν νέα πρόσωπα, αρκεί να έχουν κυβερνητική εμπειρία. Ζητούν αλλαγή αρκεί να μην αλλάξει τίποτα που να τους δημιουργεί ανασφάλεια. Πρόκειται για μια αντίφαση τόσο βαθιά ώστε έχει πλέον μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής.
Η ελληνική πολιτική θυμίζει εκείνον τον φίλο που παραπονιέται διαρκώς για τις σχέσεις του. Χωρίζει, ορκίζεται ότι δεν θέλει να ξαναδεί την πρώην του, εξηγεί σε όλους πόσο τον πλήγωσε η συγκεκριμένη ιστορία και λίγους μήνες αργότερα ανεβάζει φωτογραφίες από κοινές διακοπές. Σε κάποιο σημείο σταματάς να κατηγορείς την πρώην. Αρχίζεις να κοιτάζεις τον φίλο.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η πιο άβολη αλήθεια αυτής της ιστορίας. Επί χρόνια κατηγορούμε τα κόμματα επειδή ανακυκλώνουν πρόσωπα. Κατηγορούμε τους πολιτικούς επειδή αρνούνται να αποσυρθούν. Κατηγορούμε τους μηχανισμούς εξουσίας επειδή παράγουν πάντα τα ίδια υλικά. Όλα αυτά είναι σωστά. Δεν είναι όμως ολόκληρη η αλήθεια. Σε μια δημοκρατία κανείς δεν επιστρέφει μόνος του. Χρειάζεται κοινό. Χρειάζεται ακροατήριο. Χρειάζεται ανθρώπους πρόθυμους να ακούσουν ξανά την ίδια υπόσχεση και να πιστέψουν ότι αυτή τη φορά το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό.
Γι’ αυτό η συζήτηση για τον Τσίπρα ή τον Σαμαρά είναι στην πραγματικότητα δευτερεύουσα. Αν δεν ήταν αυτοί θα ήταν κάποιοι άλλοι. Το πρόβλημα δεν είναι τα ονόματα. Το πρόβλημα είναι η διαρκής ανάγκη για σωτήρες. Περισσότερο από πενήντα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η χώρα εξακολουθεί να αναζητά τον άνθρωπο που θα τη σώσει αντί να απαιτεί θεσμούς που θα λειτουργούν χωρίς σωτήρες. Εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο σε πρόσωπα παρά σε ιδέες, περισσότερο σε αρχηγούς παρά σε κανόνες, περισσότερο σε πολιτικούς μύθους παρά σε πολιτική πραγματικότητα.
Έτσι το έργο επαναλαμβάνεται. Ένα νέο κόμμα, ένα νέο λογότυπο, ένα νέο σύνθημα, μια νέα αφήγηση και στο κέντρο της σκηνής ένα πρόσωπο που το κοινό γνωρίζει ήδη. Η ανανέωση στην ελληνική πολιτική συχνά δεν είναι τίποτε περισσότερο από το παλιό που επέστρεψε με διαφορετική συσκευασία.
Το πολιτικό σύστημα ασφαλώς φέρει τεράστια ευθύνη γι’ αυτή την κατάσταση. Δεν είναι όμως ο μοναδικός υπεύθυνος. Κάποια στιγμή χρειάζεται να κοιτάξουμε και προς την άλλη πλευρά της κάλπης. Γιατί η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα μόνο με εκείνους που ζητούν ξανά την εξουσία. Έχει πρόβλημα και με εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η λύση βρίσκεται σε ανθρώπους που είχαν ήδη την ευκαιρία να τη δώσουν.
Αυτή είναι η πιο σκοτεινή πλευρά της ιστορίας. Όχι ότι οι πρώην πρωθυπουργοί δεν φεύγουν ποτέ. Αλλά ότι η χώρα δεν τους αφήνει να φύγουν. Και μια κοινωνία που αναζητά διαρκώς παλιούς σωτήρες αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο από μια πολιτική αδυναμία. Αποκαλύπτει ότι έχει αρχίσει να δυσπιστεί απέναντι στο ίδιο το μέλλον. Γιατί όταν πιστεύεις πραγματικά στο αύριο, ψάχνεις τους ανθρώπους που θα το χτίσουν. Όταν φοβάσαι το αύριο επιστρέφεις σε εκείνους που γνωρίζεις ήδη, ακόμη κι αν ξέρεις ακριβώς γιατί κάποτε τους έστειλες σπίτι τους.






