Κάθε πρωί ξεκινάω τη μέρα μου σχεδόν με τον ίδιο τρόπο. Τίτλοι ειδήσεων, ειδοποιήσεις, αναρτήσεις, newsletters, βίντεο. Μέσα σε λίγα λεπτά περνούν μπροστά από τα μάτια μου περισσότερες πληροφορίες από όσες συναντούσε ένας άνθρωπος πριν από μερικές δεκαετίες σε ολόκληρη την ημέρα. Κάτω από όλο αυτόν τον καταιγισμό πληροφοριών κρύβεται πάντα το ίδιο ερώτημα. Τι από όλα αυτά συνέβη πραγματικά;
Πριν από μερικά χρόνια η συμβουλή ήταν απλή. Μην πιστεύεις ό,τι διαβάζεις στο διαδίκτυο. Σήμερα η συμβουλή μοιάζει σχεδόν ξεπερασμένη. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτά που διαβάζουμε. Είναι αυτά που βλέπουμε, αυτά που ακούμε και ολοένα συχνότερα αυτά που θεωρούμε αυτονόητα αληθινά. Ένα παιδί βλέπει ένα βίντεο στο κινητό του. Ένας εργαζόμενος διαβάζει ειδήσεις στο μετρό πηγαίνοντας στη δουλειά. Μια οικογένεια παρακολουθεί το βραδινό δελτίο ειδήσεων. Για δεκαετίες όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να διαφωνούν για την ερμηνεία όσων έβλεπαν. Σπάνια αμφισβητούσαν ότι αυτό που έβλεπαν είχε πράγματι συμβεί. Αυτή η βεβαιότητα αρχίζει να υποχωρεί.

Μια φωτογραφία μπορεί να μην έχει τραβηχτεί ποτέ. Μια φωνή μπορεί να μην ανήκει στον άνθρωπο που ακούγεται να μιλά. Ένα βίντεο μπορεί να καταγράφει ένα γεγονός που δεν συνέβη ποτέ. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια όλα αυτά ανήκαν περισσότερο στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας παρά της καθημερινότητας. Σήμερα αποτελούν μέρος της καθημερινής μας εμπειρίας. Το εντυπωσιακό δεν είναι η τεχνολογία. Οι άνθρωποι ανέκαθεν επινοούσαν νέους τρόπους να αναπαριστούν τον κόσμο. Το εντυπωσιακό είναι πόσο γρήγορα αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για τον ίδιο τον κόσμο. Υπήρξε μια εποχή που εκατομμύρια άνθρωποι άνοιγαν το πρωί την ίδια εφημερίδα μαζί με τον καφέ. Άλλοι ξεκινούσαν από τα αθλητικά, άλλοι από την πολιτική, άλλοι από τα πολιτιστικά. Διαφωνούσαν για τα συμπεράσματα αλλά ξεκινούσαν από τα ίδια πρωτοσέλιδα. Η πραγματικότητα ήταν ένα κοινό σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο χτίζονταν οι διαφωνίες.
Το διαδίκτυο άρχισε να αλλάζει αυτή τη συνθήκη. Τα κοινωνικά δίκτυα την επιτάχυναν. Οι αλγόριθμοι την έσπρωξαν ακόμη πιο μακριά. Σήμερα δύο άνθρωποι που μοιράζονται τον ίδιο εργασιακό χώρο, το ίδιο σπίτι, μπορεί να ζουν μέσα σε δύο διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας. Να ενημερώνονται από διαφορετικές πηγές, να εμπιστεύονται διαφορετικές αφηγήσεις και να έχουν διαφορετική εικόνα για το τι συμβαίνει γύρω τους. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν δημιούργησε αυτό το πρόβλημα. Έρχεται όμως να το μεγεθύνει. Η δημόσια συζήτηση για την AI περιστρέφεται συνήθως γύρω από τις θέσεις εργασίας. Θα αντικαταστήσει επαγγέλματα; Θα αλλάξει την οικονομία; Θα αυξήσει την παραγωγικότητα; Πρόκειται για σημαντικά ερωτήματα. Δεν είναι όμως τα μόνα.

Υπάρχει ένα άλλο ερώτημα που ίσως αποδειχθεί σημαντικότερο. Τι συμβαίνει όταν οι πληροφορίες γίνονται περισσότερες από όσες μπορούμε να επεξεργαστούμε; Μάλλον δεν χρειάζεται να περιμένουμε το μέλλον για να το μάθουμε. Το βλέπουμε ήδη να συμβαίνει. Κείμενα, εικόνες, βίντεο και απόψεις παράγονται με τέτοια ταχύτητα ώστε η προσοχή μετατρέπεται στο πιο σπάνιο αγαθό. Όσο αυξάνεται η πληροφορία τόσο δυσκολότερο γίνεται να ξεχωρίσουμε τι αξίζει πραγματικά να προσέξουμε.
Για δεκαετίες δεν μπορούσε ο καθένας να δημοσιεύσει οτιδήποτε ήθελε. Υπήρχαν εκδότες, αρχισυντάκτες και δημοσιογράφοι που λειτουργούσαν ως φίλτρο ανάμεσα στο γεγονός και στον αναγνώστη. Η εικόνα ακούγεται παρωχημένη σήμερα. Ο καθένας μπορεί να δημοσιεύσει οτιδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Το μόνο όμως που δεν άλλαξε είναι η ανάγκη να καταλάβουμε τι έχει πραγματικά σημασία. Για αυτό εξακολουθούμε να αναζητούμε συγκεκριμένες φωνές. Συγγραφείς, δημοσιογράφους, δημιουργούς, ανθρώπους των οποίων την κρίση εμπιστευόμαστε. Όχι επειδή διαθέτουν περισσότερες πληροφορίες από μια μηχανή. Οι μηχανές θα έχουν πάντα περισσότερες πληροφορίες. Τους αναζητούμε επειδή διαθέτουν κάτι διαφορετικό. Διαθέτουν κρίση.

Η αξία ενός καλού κειμένου δεν βρίσκεται μόνο στα γεγονότα που περιέχει. Βρίσκεται στις επιλογές που κάνει. Στο τι θεωρεί σημαντικό. Στο τι αφήνει έξω. Στον τρόπο με τον οποίο συνδέει γεγονότα που αρχικά μοιάζουν ασύνδετα. Στη ματιά που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Όταν διαβάζουμε έναν σπουδαίο συγγραφέα ή έναν καλό δημοσιογράφο δεν αναζητούμε απλώς πληροφορίες. Αναζητούμε έναν τρόπο να δούμε τον κόσμο. Θέλουμε να καταλάβουμε τι πρόσεξε ένας άλλος άνθρωπος μέσα στο χάος της καθημερινότητας. Τι τον προβλημάτισε. Τι τον έκανε να σταθεί για λίγο και να κοιτάξει πιο προσεκτικά. Η διαφορά ανάμεσα στην πληροφορία και στην εμπειρία γίνεται πιο καθαρή σε πράγματα που οι περισσότεροι έχουμε ζήσει.
Διαβάστε και αυτό από το Black Book:
Έχω πάρει αρκετές συνεντεύξεις για να ξέρω ότι τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα σπάνια βρίσκονται στις απαντήσεις που περιμένεις να ακούσεις. Συχνά εμφανίζεται λίγο αργότερα. Σε μια παύση. Σε μια διευκρίνιση που δεν ήταν στο πρόγραμμα. Σε μια στιγμή που ο συνομιλητής ξεχνά για λίγο τι θα έπρεπε να πει και αρχίζει να λέει αυτό που πραγματικά σκέφτεται. Σε μια ερώτηση που οδηγεί τη συζήτηση σε απρόσμενη κατεύθυνση. Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν βρίσκονται πάντοτε στα λόγια. Βρίσκονται στον τρόπο που τα λέει κάποιος. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να απομαγνητοφωνήσει μια συζήτηση. Δεν μπορεί όμως να καταλάβει αν μια απάντηση ακούγεται ειλικρινής ή αν μια σιωπή λέει περισσότερα από μια παράγραφο. Μπορεί να περιγράψει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί μια στιγμή διάρκειας λίγων δευτερολέπτων παραμένει χαραγμένη στη μνήμη κάποιου για δεκαετίες. Οι εμπειρίες δεν είναι δεδομένα. Είναι τρόποι ύπαρξης μέσα στον κόσμο.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης. Όσο πιο εύκολο γίνεται να παράγεται περιεχόμενο, τόσο πιο πολύτιμη γίνεται η ανθρώπινη παρουσία πίσω από το περιεχόμενο. Όσο περισσότερες λέξεις μπορούν να παράγουν οι μηχανές, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά η ζωή που κρύβεται πίσω από τις λέξεις.
Θα έχει σημασία να γνωρίζουμε ποιος έγραψε πραγματικά ένα κείμενο; Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα. Ίσως σε πολλές περιπτώσεις να μην έχει καμία σημασία. Ίσως οι μηχανές να γίνουν τόσο καλές ώστε να καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος όσων διαβάζουμε καθημερινά. Υποψιάζομαι όμως ότι θα συνεχίσουμε να αναζητούμε κάτι που οι μηχανές δυσκολεύονται ακόμη να προσφέρουν. Όχι πληροφορίες. Όχι ταχύτητα. Αλλά εμπειρία, κρίση και την αίσθηση ότι πίσω από τις λέξεις βρίσκεται ένας άνθρωπος που είδε κάτι, σκέφτηκε κάτι και θεώρησε ότι άξιζε να το μοιραστεί. Γιατί τελικά δεν εμπιστευόμαστε τα κείμενα. Εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους που τα υπογράφουν.






