Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ παρατηρούσε τον συγγραφέα Κρίστοφερ Ίσεργουντ και τον σύντροφό του, τον ζωγράφο Ντον Μπαχάρντι καθώς προετοίμαζε ένα από τα πιο γνωστά διπλά πορτρέτα του. Δεν τον απασχολούσε ιδιαίτερα η στάση του σώματος ή η έκφραση των προσώπων τους. Εκείνο που τράβηξε την προσοχή του ήταν κάτι πολύ πιο διακριτικό. Ο Ίσεργουντ κοιτούσε διαρκώς τον Μπαχάρντι. Ο Μπαχάρντι αντίθετα κοιτούσε σχεδόν πάντα τον Χόκνεϊ. Από αυτή τη μικρή παρατήρηση γεννήθηκε ολόκληρος ο πίνακας. Η ιστορία λέει πολλά για τον τρόπο που εργαζόταν ο Χόκνεϊ. Σε αντίθεση με πολλούς πορτρετίστες, δεν ενδιαφερόταν πρωτίστως για την εξωτερική εικόνα των ανθρώπων. Τον απασχολούσαν περισσότερο οι σχέσεις τους. Ο τρόπος με τον οποίο μοιράζονταν έναν χώρο. Η κατεύθυνση ενός βλέμματος. Η απόσταση ανάμεσα σε δύο καρέκλες. Η αίσθηση οικειότητας ή απομάκρυνσης που δημιουργείται χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται ξανά και ξανά στη δουλειά του. Στο πορτρέτο του επιμελητή τέχνης Χένρι Γκελντζάλερ και του συντρόφου του Κρίστοφερ Σκοτ, ο πρώτος κάθεται στο κέντρο του πίνακα με την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που ανήκει απόλυτα στον χώρο, ενώ ο δεύτερος στέκεται στην άκρη του κάδρου, σαν να βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν προς κάποια άλλη κατεύθυνση. Στο διάσημο Mr and Mrs Clark and Percy, η Σίλια Μπέρτγουελ στέκεται όρθια και ακλόνητη ενώ ο Όσι Κλαρκ κάθεται στην πολυθρόνα του. Στο Portrait of an Artist (Pool with Two Figures), ένας άντρας παρατηρεί έναν κολυμβητή κάτω από το νερό, σε έναν πίνακα που πολλοί διάβασαν ως το πορτρέτο ενός έρωτα που είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται. Κάθε έργο μοιάζει να εξετάζει μια διαφορετική εκδοχή οικειότητας, εξουσίας, επιθυμίας ή απόστασης. Οι άνθρωποι είναι οι πρωταγωνιστές, αλλά το πραγματικό θέμα βρίσκεται πάντα ανάμεσά τους.

Είναι ο λόγος που τα περίφημα διπλά πορτρέτα του εξακολουθούν να ασκούν τέτοια γοητεία. Δεν μοιάζουν με απλά πορτρέτα. Μοιάζουν περισσότερο με σκηνές από μια ταινία που έχει σταματήσει ξαφνικά στη μέση της αφήγησης. Ο θεατής έχει την αίσθηση ότι μπήκε σε ένα δωμάτιο λίγα δευτερόλεπτα πριν συμβεί κάτι σημαντικό. Ένας καβγάς, μια εξομολόγηση, ένας αποχαιρετισμός ή μια στιγμή τρυφερότητας. Η αβεβαιότητα είναι μέρος της δύναμης των έργων.
Υπάρχει ένας λόγος που αυτά τα πορτρέτα δεν μοιάζουν ψυχρά. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ζωγράφισε ο Χόκνεϊ δεν ήταν απλώς μοντέλα. Ήταν φίλοι, εραστές, συνεργάτες και άνθρωποι που ανήκαν στον στενό του κύκλο. Δεν προσπαθούσε να τους ερμηνεύσει από απόσταση. Προσπαθούσε να τους καταλάβει. Αυτό το ενδιαφέρον για τους άλλους διαπερνά τα έργα του και τα κάνει να μοιάζουν λιγότερο με επιδείξεις τεχνικής και περισσότερο με προσπάθειες κατανόησης της ανθρώπινης φύσης.

Η ιδέα ότι ένας πίνακας μπορεί να αποκαλύψει μια σχέση ακούγεται παράξενη σε μια εποχή όπου η εικόνα βρίσκεται παντού. Ζούμε μέσα σε μια αδιάκοπη ροή φωτογραφιών. Βλέπουμε ζευγάρια στις διακοπές, φίλους σε εστιατόρια, οικογένειες μπροστά σε ηλιοβασιλέματα και αμέτρητα χαμόγελα που μοιάζουν να υπόσχονται ευτυχία. Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξαν τόσες πολλές εικόνες ανθρώπων και τις περισσότερες φορές γνωρίζουμε όλο και λιγότερα για αυτούς. Η εικόνα έχει γίνει ένα δημόσιο αφήγημα. Μια εκδοχή του εαυτού μας σχεδιασμένη για να καταναλωθεί από άλλους. Το αποτέλεσμα όμως είναι ότι συχνά κοιτάζουμε περισσότερα πρόσωπα από ποτέ και παρατηρούμε λιγότερα από ποτέ.

Ο Χόκνεϊ αναζητούσε κάτι σχεδόν αντίθετο. Δεν τον ενδιέφερε πώς ήθελαν να φαίνονται οι άνθρωποι. Τον ενδιέφερε ποιοι ήταν όταν ξεχνούσαν ότι κάποιος τους παρακολουθεί. Δεν αναζητούσε το τέλειο χαμόγελο ούτε την καλύτερη γωνία. Αναζητούσε τις μικρές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν περισσότερα από μια ολόκληρη συνέντευξη. Ένα βλέμμα που στρέφεται προς μια απρόσμενη κατεύθυνση. Μια σιωπή. Μια απόσταση. Μια ανεπαίσθητη ένταση που κανείς δεν σχεδίαζε να προσέξεις.
Αυτό είναι τελικά που κάνει τα διπλά πορτρέτα του να αντέχουν στον χρόνο. Δεν προσφέρουν απαντήσεις. Δεν προσπαθούν να εξηγήσουν τους ανθρώπους. Μας υπενθυμίζουν απλώς ότι οι σημαντικότερες αλήθειες σπάνια βρίσκονται στο κέντρο της εικόνας. Βρίσκονται συνήθως λίγο πιο δίπλα, σε πράγματα που οι περισσότεροι προσπερνούν. Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ πέρασε μια ζωή κοιτάζοντας ανθρώπους και ανακάλυψε ότι οι περισσότερες αλήθειες βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας. Απλώς σπάνια αφιερώνουμε αρκετό χρόνο για να τις δούμε.







