Υπάρχουν εβδομάδες που έχω την εντύπωση ότι στην Ελλάδα το μόνο που παράγεται είναι δημοσκοπήσεις. Κάθε λίγες ημέρες εμφανίζεται μία καινούργια. Ένα νέο ποσοστό, μια νέα εκτίμηση εδρών, ένα νέο γράφημα που υπόσχεται να μας εξηγήσει τι σκέφτονται έντεκα εκατομμύρια άνθρωποι. Μέσα σε λίγες ώρες οι τηλεοπτικές οθόνες γεμίζουν βέλη προς τα πάνω και προς τα κάτω, οι πολιτικοί αναζητούν επιβεβαίωση, οι δημοσιογράφοι αναζητούν τίτλους και όλοι μαζί ψάχνουμε το μεγάλο μήνυμα της εβδομάδας.
Μετά την παρουσίαση της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα αυτή η διαδικασία απέκτησε σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Κάθε νέα μέτρηση αντιμετωπίζεται σαν να είναι η πρώτη κάλπη της χώρας. Λες και μέσα σε επτά ημέρες οι Έλληνες ξανασκέφτηκαν από την αρχή όσα πιστεύουν για την οικονομία, το κράτος, την ασφάλεια, τη φορολογία, την Ευρώπη και το μέλλον τους. Δεν είναι οι δημοσκοπήσεις που με προβληματίζουν. Είναι η πίστη μας σε αυτές. Τις αντιμετωπίζουμε σαν χρησμούς. Όχι επειδή προβλέπουν το μέλλον αλλά επειδή μας απαλλάσσουν από τον κόπο να το σκεφτούμε. Αν το ποσοστό ανεβαίνει κάτι αλλάζει. Αν πέφτει κάτι τελείωσε. Είναι μια εξαιρετικά βολική αφήγηση. Οι αριθμοί έχουν το προνόμιο να μοιάζουν αντικειμενικοί ακόμη κι όταν περιγράφουν κάτι τόσο ασταθές όσο η ανθρώπινη διάθεση.
Συνειδητοποίησα ότι ίσως όλοι κάνουμε το ίδιο λάθος. Επιμένουμε να μετράμε κόμματα, ενώ στην πραγματικότητα συγκρούονται διαφορετικές αντιλήψεις για το ίδιο το κράτος. Δεν μιλάω για Δεξιά και Αριστερά. Αυτές οι έννοιες εξακολουθούν να έχουν πολιτικό βάρος, αλλά εξηγούν όλο και λιγότερα από όσα πραγματικά συμβαίνουν. Οι πιο ενδιαφέρουσες συγκρούσεις δεν περνούν πια ανάμεσα στα κόμματα. Περνούν μέσα από αυτά. Υπάρχει μια αντίληψη που βλέπει το κράτος ως τον βασικό εγγυητή της κοινωνικής συνοχής. Πιστεύει ότι οφείλει να προστατεύει, να παρεμβαίνει, να διορθώνει τις ανισότητες και να στηρίζει εκεί όπου η αγορά ή η κοινωνία αποτυγχάνουν. Υπάρχει και μια άλλη που θεωρεί ότι το κράτος πρέπει πρώτα να θέτει σταθερούς κανόνες, να εξασφαλίζει θεσμούς που λειτουργούν και να αφήνει χώρο στην κοινωνία και στην οικονομία να αναπτύσσονται χωρίς υπερβολικές παρεμβάσεις.
Αυτή είναι η συζήτηση που επιστρέφει διαρκώς με διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικά κόμματα. Είναι η ίδια διαφωνία που αλλάζει λεξιλόγιο αλλά όχι περιεχόμενο. Κάθε νέα πολιτική δύναμη υπόσχεται ότι θα τη λύσει αλλά καμία δεν την εξαφανίζει. Γι’ αυτό οι δημοσκοπήσεις μοιάζουν πολλές φορές να περιγράφουν περισσότερη κίνηση απ’ όση πραγματικά υπάρχει. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι αρχηγοί έρχονται και φεύγουν. Δημιουργούνται νέα κόμματα, διαλύονται παλιά, εμφανίζονται νέοι πολιτικοί πρωταγωνιστές. Κάτω από όλα αυτά όμως η ίδια διαφωνία παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη.
Πόσο μεγάλο πρέπει να είναι το κράτος;
Μέχρι πού φτάνει η ατομική ευθύνη;
Πότε η προστασία γίνεται εξάρτηση;
Πότε η ελευθερία μετατρέπεται σε εγκατάλειψη;
Πόσο χώρο πρέπει να αφήνει η πολιτεία στην αγορά και πόσο πρέπει να παρεμβαίνει όταν αυτή αποτυγχάνει;
Αυτά είναι τα πραγματικά πολιτικά ερωτήματα. Δεν απαντώνται με μια μετακίνηση δύο ποσοστιαίων μονάδων ούτε αλλάζουν κάθε φορά που δημοσιεύεται μια νέα μέτρηση. Το λάθος της ελληνικής πολιτικής είναι ότι σχεδόν πάντα προσωποποιεί αυτές τις διαφωνίες. Τι σημαίνει η άνοδος του ενός. Τι σημαίνει η πτώση του άλλου. Πόσο επηρεάζει το πολιτικό σκηνικό ένας νέος φορέας. Είναι η πιο εύκολη συζήτηση και ίσως η λιγότερο χρήσιμη. Τα πρόσωπα έχουν πολιτική διάρκεια αντίθετα με τις ιδέες έχουν ιστορική διάρκεια.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα βρίσκεται για πάντα στην πολιτική. Ο Αλέξης Τσίπρας επίσης όχι. Η ΕΛ.Α.Σ. θα δοκιμαστεί όπως δοκιμάστηκαν όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί πριν από αυτήν. Εκείνο που θα παραμείνει είναι το ίδιο ερώτημα: τι κράτος θέλουμε τελικά να οικοδομήσουμε;
Γι’ αυτό πιστεύω ότι οι δημοσκοπήσεις συχνά μας αποσπούν την προσοχή από το ουσιώδες. Μετρούν με αξιοθαύμαστη ακρίβεια τη θερμοκρασία της στιγμής και σχεδόν ποτέ το κλίμα της εποχής. Η πολιτική δεν αλλάζει όταν ένα κόμμα ανεβαίνει δύο μονάδες. Αλλάζει όταν μια κοινωνία αρχίζει να απαντά διαφορετικά στα μεγάλα ερωτήματα που καθορίζουν τη σχέση της με το κράτος, την οικονομία και την ευθύνη. Αυτό δεν χωρά εύκολα σε μπάρες, πίτες και δεκαδικά ψηφία. Όσο περισσότερο κοιτάζουμε τις δημοσκοπήσεις, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να χάσουμε από τα μάτια μας αυτό που πραγματικά αλλάζει.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.







