Περίμενα πολλά από την επιστροφή του Moby στην Ελλάδα. Περίμενα να ακούσω τραγούδια που έχουν συνοδεύσει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Περίμενα να δω έναν καλλιτέχνη που, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, έγραψε ένα σημαντικό κεφάλαιο της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής. Δεν περίμενα όμως να φύγω από την Πλατεία Νερού έχοντας την αίσθηση ότι δεν παρακολούθησα απλώς μία από τις καλύτερες συναυλίες του φετινού Release Athens. Παρακολούθησα έναν άνθρωπο που έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Και αυτό έκανε όλη τη διαφορά. Ο Moby θα μπορούσε πολύ εύκολα να εμφανιστεί ως ένας θρύλος που επιστρέφει. Είχε κάθε λόγο να το κάνει. Αντί γι’ αυτό, ανέβηκε στη σκηνή σαν να ήθελε από το πρώτο λεπτό να αποδομήσει τον μύθο του. Αυτοσαρκάστηκε, αστειεύτηκε με το κοινό, δήλωσε ότι είναι ο λιγότερο ταλαντούχος μουσικός της μπάντας του και άφησε χωρίς κανέναν δισταγμό τους συνεργάτες του να κλέψουν την παράσταση. Οι δύο εκπληκτικές τραγουδίστριες, τα έγχορδα, οι μουσικοί του, όλοι είχαν τον χώρο να λάμψουν. Εκείνος έμοιαζε περισσότερο με τον άνθρωπο που κρατούσε ενωμένη την παρέα παρά με έναν σταρ που απαιτούσε να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα για έναν καλλιτέχνη που έχει γνωρίσει τόσο μεγάλη επιτυχία. Να πάψει να τη χρειάζεται.

Οι στιγμές που θα θυμάμαι περισσότερο δεν ήταν καν κάποιο από τα μεγάλα του τραγούδια. Η πρώτη ήταν όταν μίλησε για τον David Bowie. Όχι σαν ένας μουσικός που ήθελε να διηγηθεί μια ιστορία για να εντυπωσιάσει το κοινό. Αλλά σαν ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να νιώθει ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι ο ήρωας της ζωής του τον αγκάλιασε, τον στήριξε και τον έκανε να αισθανθεί ότι ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Όταν άρχισαν οι πρώτες νότες του Heroes, δεν ένιωσα ότι άκουγα μια ακόμη διασκευή σε ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της σύγχρονης μουσικής. Ένιωσα ότι ο Moby ευχαριστούσε δημόσια έναν άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή του. Και αυτή η ειλικρίνεια ήταν πολύ πιο δυνατή από οποιαδήποτε εντυπωσιακή σκηνική παραγωγή.
Η δεύτερη στιγμή για μένα είχε την ίδια δύναμη. Στα video wall εμφανίστηκε η Jane Goodall. Δεν ήταν ένα ακόμη εντυπωσιακό οπτικό εύρημα. Ήταν μια υπενθύμιση ότι για τον Moby η μουσική δεν είναι ποτέ αποκομμένη από τις αξίες του. Η γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στην προστασία των ζώων και του φυσικού κόσμου βρέθηκε για λίγα λεπτά δίπλα του, έστω ψηφιακά, σαν να ολοκλήρωνε το πορτρέτο ενός ανθρώπου που έχει επιλέξει να διαθέτει τα κέρδη αυτής της περιοδείας σε οργανώσεις για τα δικαιώματα των ζώων. Εκεί κατάλαβα ότι η συναυλία δεν ήταν απλώς μια γιορτή της μουσικής. Ήταν μια δημόσια δήλωση για όσα πιστεύει.





Ανάμεσα στον Bowie και τη Jane Goodall κρυβόταν ολόκληρος ο σημερινός Moby. Από τη μία ο καλλιτέχνης που του έδειξε τι σημαίνει δημιουργία χωρίς φόβο. Από την άλλη η γυναίκα που συμβολίζει την ενσυναίσθηση, την επιμονή και τον σεβασμό απέναντι σε κάθε μορφή ζωής. Δεν ήταν δύο τυχαίες αναφορές. Ήταν οι δύο άνθρωποι που εξηγούν καλύτερα από οποιαδήποτε συνέντευξη ποιος είναι σήμερα ο Richard Melville Hall, ο Moby.
Διάβασε και αυτό στο Black Book:
Σταμάτησα να κοιτάζω μόνο τη σκηνή και κοίταξα την Πλατεία Νερού. Χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν κάθε στίχο, χόρευαν ασταμάτητα και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον. Δεν έβλεπα ένα κοινό που αναζητούσε τη νοσταλγία αλλά ανθρώπους που ζούσαν απόλυτα το παρόν. Για εκατό περίπου λεπτά ο χώρος είχε μετατραπεί σε ένα αυθεντικό rave από τα παλιά, όχι επειδή προσπαθούσε να αναπαραστήσει μια άλλη εποχή, αλλά επειδή κατάφερνε να δημιουργήσει ξανά εκείνη την αίσθηση απόλυτης ελευθερίας που χαρακτήριζε τις καλύτερες νύχτες της ηλεκτρονικής μουσικής.

Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα τόσο πολύ κόσμο να χορεύει χωρίς καμία αναστολή. Ίσως γιατί ο ίδιος ο Moby έδινε το παράδειγμα. Έτρεχε πάνω στη σκηνή, άλλαζε από κιθάρα σε κρουστά, χόρευε σαν να βρισκόταν ακόμη σε κάποιο υπόγειο rave των αρχών της δεκαετίας του ’90 και έμοιαζε να διασκεδάζει όσο και το κοινό του. Δεν έπαιζε τον ρόλο του Moby. Ήταν απλώς ο εαυτός του. Αυτός ο εαυτός είναι πολύ διαφορετικός από εκείνον που γνώρισε πριν από χρόνια ολόκληρος ο κόσμος. Είναι ένας άνθρωπος που έχει μιλήσει ανοιχτά για τον εθισμό, την κατάθλιψη και την αυτοκαταστροφή. Που έμαθε με τον δύσκολο τρόπο ότι η επιτυχία δεν μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο. Που σήμερα δηλώνει ότι περνούσε υπέροχα παίζοντας κιθάρα στην αυλή του σπιτιού του με φίλους, μακριά από τις αρένες και τα μεγάλα φώτα. Και το πιστεύεις. Γιατί τίποτα σε αυτή τη συναυλία δεν έμοιαζε κατασκευασμένο.
Το φινάλε με το Lift Me Up και το Feeling So Real ήταν η φυσική κατάληξη μιας βραδιάς που είχε ήδη κερδηθεί. Η Πλατεία Νερού χόρευε σαν ένα σώμα. Για λίγα λεπτά δεν υπήρχαν ηλικίες, παρέες ή γενιές. Υπήρχε μόνο ένας κοινός ρυθμός. Δεν ξέρω αν ο Moby έδωσε χθες την καλύτερη συναυλία της καριέρας του. Φεύγοντας δεν σκεφτόμουν ποιο τραγούδι ήταν το καλύτερο ή ποια στιγμή χειροκροτήθηκε περισσότερο. Σκεφτόμουν ότι ο Moby κατάφερε κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες πετυχαίνουν όταν επιστρέφουν έπειτα από τόσα χρόνια. Δεν προσπάθησε να ξαναγίνει ο άνθρωπος που ήταν. Ανέβηκε στη σκηνή ως ο άνθρωπος που έγινε. Νομίζω ότι αυτή ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της βραδιάς.







