Skip to main content

Στις 7 Ιουλίου 1971 κυκλοφόρησε ένα μυθιστόρημα που πέτυχε κάτι σχεδόν αδύνατο. Έπεισε εκατομμύρια αναγνώστες ότι μια ιστορία που δεν είχε συμβεί ποτέ θα μπορούσε να είχε συμβεί ακριβώς έτσι. Πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, Το Τσακάλι (The Day Of The Jackal) του Φρέντερικ Φορσάϊθ εξακολουθεί να θεωρείται το πιο πειστικό πολιτικό θρίλερ που γράφτηκε ποτέ. Και ο λόγος δεν είναι μόνο η αριστοτεχνική πλοκή του. Είναι ότι ο Φορσάιθ δεν έγραψε σαν μυθιστοριογράφος. Έγραψε σαν δημοσιογράφος που είχε δει από κοντά πώς γράφεται η Ιστορία. Πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, Το Τσακάλι εξακολουθεί να διαβάζεται μανιωδώς και να επανεκδίδεται σε όλο τον κόσμο όχι επειδή η πλοκή του άντεξε στον χρόνο, αλλά επειδή ο τρόπος με τον οποίο γράφτηκε αποδείχθηκε δεκαετίες μπροστά από την εποχή του.

Ο Φρέντερικ Φορσάιθ δεν ήταν μυθιστοριογράφος αλλά δημοσιογράφος. Εργάστηκε στο Reuters, κάλυψε διεθνείς κρίσεις και βρέθηκε ως πολεμικός ανταποκριτής στη Μπιάφρα, εκεί όπου οι επίσημες ανακοινώσεις συγκρούονταν καθημερινά με όσα έβλεπαν τα μάτια του. Αργότερα θα έλεγε ότι εκεί έχασε την εμπιστοσύνη του στις κυβερνήσεις. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι εκεί έμαθε να εμπιστεύεται τις λεπτομέρειες. Για έναν δημοσιογράφο, η αλήθεια σπάνια κρύβεται στις μεγάλες δηλώσεις. Βρίσκεται στα μικρά γεγονότα που κανείς δεν προσέχει. Αυτή ακριβώς τη δημοσιογραφική ματιά μετέφερε αργότερα στη λογοτεχνία. Γι’ αυτό και όταν αποφάσισε να γράψει Το Τσακάλι , δεν αναζήτησε έναν ήρωα μεγαλύτερο από τη ζωή. Αναζήτησε μια ιστορία που θα μπορούσε να χωρέσει μέσα στην Ιστορία χωρίς να την παραμορφώσει.

Η πραγματικότητα του πρόσφερε ήδη το ιδανικό σκηνικό. Η Οργάνωση Μυστικού Στρατού (OAS) είχε επιχειρήσει επανειλημμένα να δολοφονήσει τον Σαρλ ντε Γκολ μετά την απόφασή του να οδηγήσει την Αλγερία στην ανεξαρτησία. Οι σχέσεις ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γαλλία βρίσκονταν στο ναδίρ, ύστερα από το βέτο του Ντε Γκολ στην ένταξη των Βρετανών στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η καχυποψία, οι μυστικές υπηρεσίες, οι πολιτικές ίντριγκες και οι φόβοι της εποχής ήταν απολύτως πραγματικοί. Από όλα όσα διαβάζει κανείς στο βιβλίο ο Φορσάιθ επινόησε μόνο τον δολοφόνο. Φαντάστηκε ότι η OAS ύστερα από όλες τις αποτυχημένες προσπάθειές της, προσλαμβάνει έναν άγνωστο Βρετανό επαγγελματία δολοφόνο. Έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει στα αρχεία των γαλλικών υπηρεσιών ασφαλείας, δεν έχει πολιτική ταυτότητα και δεν αφήνει σχεδόν κανένα ίχνος πίσω του. Όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν σαν να προέρχονται από δημοσιογραφική έρευνα.

Δεν υπάρχουν εκρήξεις, υπερόπλα ή θεαματικά κόλπα. Υπάρχουν πλαστά διαβατήρια, γραφομηχανές, δημόσιες υπηρεσίες, ξενοδοχεία, τελωνειακοί έλεγχοι, καταστήματα όπλων, δρομολόγια τρένων και ατελείωτες ώρες προετοιμασίας. Το Τσακάλι δεν είναι ένας χαρισματικός υπερκατάσκοπος. Δεν κάνει αστεία, δεν εκφωνεί μονολόγους και δεν προσπαθεί ποτέ να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη. Αντιμετωπίζει τη δολοφονία όπως ένας εξαιρετικός μηχανικός αντιμετωπίζει ένα δύσκολο τεχνικό πρόβλημα. Μεθοδικά, ψυχρά και χωρίς περιττές κινήσεις.Είναι ο λόγος που εξακολουθεί και παραμένει τόσο ανατριχιαστικός. Δεν θυμίζει λογοτεχνικό χαρακτήρα αλλά έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να υπάρχει.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο αναγνώστης γνωρίζει από την πρώτη κιόλας σελίδα ότι ο Σαρλ ντε Γκολ δεν δολοφονήθηκε ποτέ. Ξέρει δηλαδή ότι η αποστολή του Τσακαλιού δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Σε οποιοδήποτε άλλο θρίλερ αυτό θα ήταν καταστροφικό για την αγωνία. Ο Φορσάϊθ πετυχαίνει το ακριβώς αντίθετο. Μετατρέπει μια γνωστή κατάληξη σε μια ακατανίκητη ανάγκη να ανακαλύψεις πόσο κοντά μπορεί να έφτασε η Ιστορία σε μια εντελώς διαφορετική εξέλιξη. Έτσι γεννήθηκε ένα νέο είδος αφήγησης. Η ένταση δεν προερχόταν πια από τις εκρήξεις ή τις καταδιώξεις αλλά από την αξιοπιστία. Από την αίσθηση ότι όλα όσα διαβάζεις θα μπορούσαν να είχαν συμβεί ακριβώς έτσι. Η επιρροή του βιβλίου αποδείχθηκε τεράστια. Δεν άλλαξε μόνο το πολιτικό θρίλερ. Άλλαξε τις προσδοκίες των αναγνωστών. Από εκείνο το σημείο και μετά η αληθοφάνεια έγινε εξίσου σημαντική με τη φαντασία. Κάθε συγγραφέας που θέλησε να γράψει μια ιστορία για μυστικές υπηρεσίες, γεωπολιτικές ίντριγκες ή επαγγελματίες εκτελεστές βρέθηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, να συνομιλεί με τον Φορσάϊθ.

Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι πενήντα πέντε χρόνια μετά Το Τσακάλι δεν διαβάζεται ως ένα σπουδαίο βιβλίο του παρελθόντος. Διαβάζεται σαν να γράφτηκε για τον κόσμο που ζούμε σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πληροφορίες ταξιδεύουν ταχύτερα από την επαλήθευσή τους, όπου οι εικόνες μπορούν να κατασκευαστούν από αλγορίθμους, οι κυβερνοεπιθέσεις επηρεάζουν κυβερνήσεις και οι μυστικές επιχειρήσεις επιστρέφουν καθημερινά στην επικαιρότητα. Σήμερα η επικαιρότητα είναι γεμάτη ιστορίες που πριν από μισό αιώνα θα θεωρούνταν υλικό για μυθιστόρημα. Κυβερνοεπιθέσεις, επιχειρήσεις μυστικών υπηρεσιών, πολιτικές δολοφονίες, εκστρατείες παραπληροφόρησης και πόλεμοι που διεξάγονται ταυτόχρονα στο πεδίο και στις οθόνες μας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον Το Τσακάλι δεν μοιάζει με ένα βιβλίο του 1971. Μοιάζει με έναν διαφορετικό τρόπο να διαβάσεις τη σημερινή πραγματικότητα.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)