Skip to main content

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια όταν μια κυβέρνηση ανακοίνωνε μια επένδυση δισεκατομμυρίων ευρώ, σχεδόν όλοι υπέθεταν ότι θα αφορά ένα νέο νοσοκομείο, ένα πανεπιστήμιο, ένα ερευνητικό κέντρο ή κάποιο μεγάλο έργο υποδομής. Σήμερα η ίδια ανακοίνωση μπορεί να αφορά ένα εργοστάσιο παραγωγής drone. Και το πιο εντυπωσιακό δεν είναι αυτό. Είναι ότι ελάχιστοι πλέον εκπλήσσονται. Κάπως έτσι αλλάζουν οι εποχές. Αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι ο κόσμος γύρω σου έχει αποκτήσει διαφορετικές προτεραιότητες. Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν αυτή τη μετατόπιση. Το 2025 οι στρατιωτικές δαπάνες παγκοσμίως άγγιξαν τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια, το υψηλότερο ποσό που έχει καταγραφεί ποτέ. Ήταν η ενδέκατη συνεχόμενη χρονιά αύξησης, ενώ μέσα σε μόλις μία δεκαετία οι αμυντικές δαπάνες έχουν αυξηθεί κατά 41%. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή αντίδραση στον πόλεμο της Ουκρανίας. Όλα δείχνουν ότι το 2026 και το 2027 η πορεία αυτή θα συνεχιστεί. Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται στους αριθμούς. Βρίσκεται σε αυτό που τους προκαλεί.

Για περισσότερα από τριάντα χρόνια, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Δύση έζησε με την πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα έκανε τον πόλεμο ολοένα και πιο απίθανο. Όσο περισσότερες εμπορικές σχέσεις είχαν τα κράτη μεταξύ τους, όσο περισσότερο συνδέονταν οι οικονομίες τους, τόσο μεγαλύτερο θα ήταν το κόστος μιας σύγκρουσης. Η παγκοσμιοποίηση δεν παρουσιαζόταν απλώς ως οικονομικό μοντέλο. Παρουσιαζόταν ως μια μορφή ασφάλειας. Σήμερα αυτή η βεβαιότητα μοιάζει να εξαντλείται. Η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. Η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά σε διαρκή ένταση. Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταγωνίζονται για την τεχνολογική και γεωπολιτική πρωτοκαθεδρία. Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται. Οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας αυξάνουν τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες η κούρσα των εξοπλισμών δεν αφορά μία μόνο περιοχή του πλανήτη. Εξελίσσεται ταυτόχρονα στην Ευρώπη, στην Ασία, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αμερική. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας.

Οι κυβερνήσεις δεν σχεδιάζουν πλέον με βάση το πιο αισιόδοξο σενάριο. Σχεδιάζουν με βάση το δυσμενέστερο. Δεν αγοράζουν όπλα επειδή θεωρούν βέβαιο ότι θα πολεμήσουν. Τα αγοράζουν επειδή δεν θεωρούν πλέον βέβαιο ότι δεν θα πολεμήσουν. Η αλλαγή μοιάζει μικρή στη διατύπωση. Στην πραγματικότητα είναι τεράστια. Γι’ αυτό και η άμυνα επιστρέφει στο κέντρο της οικονομικής πολιτικής. Στην Ευρώπη, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών αλλά και την αναγέννηση μιας ολόκληρης βιομηχανίας. Στη Γερμανία, στη Γαλλία και σε πολλές ακόμη χώρες, η παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού παρουσιάζεται ως ευκαιρία για νέες θέσεις εργασίας, τεχνολογική καινοτομία και επαναβιομηχάνιση. Ταυτόχρονα αλλάζει και ο χαρακτήρας του ίδιου του πολέμου. Αν κάποτε η ισχύς μετριόταν σε άρματα μάχης και μαχητικά αεροσκάφη, σήμερα μετριέται όλο και περισσότερο σε λογισμικό, αλγορίθμους, δορυφορικά δεδομένα και τεχνητή νοημοσύνη. Δεν είναι τυχαίο ότι δίπλα στις παραδοσιακές αμυντικές βιομηχανίες πρωταγωνιστούν πλέον εταιρείες τεχνολογίας που αναπτύσσουν ψηφιακά συστήματα για στρατιωτική χρήση. Η επόμενη μεγάλη μάχη δεν θα κριθεί μόνο στο πεδίο. Θα κριθεί και στους servers, στα δίκτυα και στους αλγορίθμους.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και η οικονομία αποκτά διαφορετική γλώσσα. Η αμυντική δαπάνη δεν παρουσιάζεται πλέον αποκλειστικά ως κόστος. Παρουσιάζεται ως επένδυση. Οι μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου βλέπουν τα έσοδά τους να εκτοξεύονται. Οι εκατό μεγαλύτερες αμυντικές βιομηχανίες του κόσμου έχουν σχεδόν διπλασιάσει τον κύκλο εργασιών τους σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Παράλληλα, το ΝΑΤΟ αντιπροσωπεύει πλέον το 55% των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, ενώ η πίεση προς τα κράτη-μέλη για ακόμη μεγαλύτερες επενδύσεις στην άμυνα γίνεται ολοένα πιο έντονη.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο κόσμος οδεύει αναπόφευκτα προς έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Η Ιστορία διδάσκει ότι οι εξοπλισμοί μπορούν να λειτουργήσουν και αποτρεπτικά. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όσο σκληρός κι αν ήταν ο ανταγωνισμός, υπήρχαν συνθήκες ελέγχου των πυρηνικών όπλων, δίαυλοι επικοινωνίας και μηχανισμοί που περιόριζαν τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Σήμερα αρκετοί από αυτούς τους μηχανισμούς έχουν αποδυναμωθεί ή έχουν πάψει να υπάρχουν. Διεθνείς συμφωνίες λήγουν χωρίς να αντικαθίστανται. Οι οργανισμοί που δημιουργήθηκαν για να διαχειρίζονται τις κρίσεις δυσκολεύονται να επιβάλουν κανόνες σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο πολυπολικός και πιο απρόβλεπτος.

Oλόκληρος ο πλανήτης αρχίζει να οργανώνει την οικονομία, την τεχνολογία και τη βιομηχανία του σαν να θεωρεί πως η ειρήνη δεν είναι πλέον το αυτονόητο σημείο εκκίνησης. Οι εποχές δεν αλλάζουν τη μέρα που ξεσπά ένας πόλεμος. Αλλάζουν τη μέρα που οι κοινωνίες αρχίζουν να προετοιμάζονται γι’ αυτόν σαν να αποτελεί μια φυσιολογική πιθανότητα. Και αν αυτό συμβαίνει ήδη, τότε ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή της εποχής μας να μην είναι οι νέοι πύραυλοι ή τα νέα drones. Είναι ότι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίσαμε να φανταζόμαστε διαφορετικά το μέλλον.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)