Skip to main content

Υπάρχει μια φράση που κάθε φορά που την ακούω αισθάνομαι ότι η συζήτηση τελειώνει πριν καν αρχίσει. «Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη». Την άκουσα ξανά τις τελευταίες ημέρες και συνειδητοποίησα ότι δεν είναι η πρώτη φορά που μου προκαλεί την ίδια απορία. Αντίθετα είναι ίσως η πιο οικεία φράση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Την έχουμε ακούσει μετά από φυσικές καταστροφές, πολύνεκρα δυστυχήματα, οικονομικές κρίσεις, σκάνδαλα και κάθε μεγάλη στιγμή που δοκίμασε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος. Δηλώσεις, πολιτική αντιπαράθεση, μια παραίτηση και ύστερα το επόμενο θέμα. Σαν η ίδια η φράση να βάζει τελεία σε μια ιστορία που δεν πρόλαβε ποτέ να ειπωθεί.

Κι όμως, κάθε φορά μένω με την ίδια απορία. Τι σημαίνει πραγματικά ότι κάποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη; Ότι έκανε λάθος; Ότι γνώριζε; Ότι δεν γνώριζε ενώ όφειλε να γνωρίζει; Ότι απέτυχε να ελέγξει έναν μηχανισμό; Ή απλώς ότι κάποιος πρέπει να αποχωρήσει ώστε το πολιτικό σύστημα να απορροφήσει τους κραδασμούς και να συνεχίσει να λειτουργεί;

Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε την πολιτική ευθύνη ως μια διοικητική πράξη. Μια υπογραφή κάτω από μια παραίτηση, μια ανακοίνωση προς τα μέσα ενημέρωσης, μια συμβολική κίνηση που δείχνει ότι κάποιος πλήρωσε το πολιτικό κόστος. Όμως η ευθύνη δεν είναι μόνο αυτό. Γιατί όταν οι κάμερες κλείνουν, οι πολίτες εξακολουθούν να μην γνωρίζουν σχεδόν τίποτα από όσα πραγματικά έχουν σημασία. Δεν ξέρουν πώς πάρθηκαν οι αποφάσεις. Δεν ξέρουν ποια δεδομένα υπήρχαν εκείνη τη στιγμή. Δεν ξέρουν ποιος διαφώνησε, ποιος προειδοποίησε, ποιος επέμεινε και ποιος δίστασε. Γνωρίζουν μόνο ότι κάποιος «ανέλαβε την πολιτική ευθύνη».

Κάπου εκεί αρχίζω να πιστεύω ότι έχουμε μπερδέψει δύο έννοιες που δεν είναι ίδιες. Την ευθύνη και τη λογοδοσία. Η ευθύνη μπορεί να δηλωθεί μέσα σε μία πρόταση. Η λογοδοσία απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο. Απαιτεί να εξηγήσεις όχι μόνο τι έκανες, αλλά πώς έφτασες να πιστεύεις ότι αυτό ήταν το σωστό. Να ανοίξεις τη διαδρομή της σκέψης σου, να μιλήσεις για τα διλήμματα, τις αμφιβολίες, τις πληροφορίες που είχες και για εκείνες που αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Να επιτρέψεις στους πολίτες να καταλάβουν όχι μόνο το αποτέλεσμα μιας απόφασης αλλά και τον τρόπο με τον οποίο γεννήθηκε.

Η Χάνα Άρεντ είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της σκέψης της σε ένα ερώτημα που εξακολουθεί να μας αφορά. Πότε ένας άνθρωπος σταματά να λειτουργεί ως πρόσωπο και αρχίζει να λειτουργεί αποκλειστικά ως φορέας ενός ρόλου; Για εκείνη η ηθική δεν γεννιέται στους νόμους ούτε στις διαδικασίες. Γεννιέται όταν ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί απέναντι στον εαυτό του και να αναρωτηθεί αν μπορεί να ζήσει με όσα έκανε. Η σκέψη δεν ήταν μια αφηρημένη φιλοσοφική άσκηση αλλά η προϋπόθεση της προσωπικής ευθύνης.

Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο έλλειμμα της δημόσιας ζωής μας. Δεν ζητάμε από όσους ασκούν εξουσία να μας εξηγήσουν πώς σκέφτηκαν όταν πήραν τις αποφάσεις τους. Αρκούμαστε σε μια δήλωση, σε μια παραίτηση, σε μια σύντομη πολιτική αντιπαράθεση που διαρκεί όσο ο κύκλος της επικαιρότητας. Κι όμως η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι «τι συνέβη;». Είναι «πώς φτάσατε να πάρετε αυτή την απόφαση;». Γιατί μόνο τότε μπορεί ο πολίτης να καταλάβει αν πίσω από τον τίτλο υπήρχε ένας άνθρωπος που αμφέβαλε, ζύγισε τα δεδομένα, έκανε λάθος ή άλλαξε γνώμη. Μόνο τότε η εξουσία παύει να είναι ένας απρόσωπος μηχανισμός και αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο.

Οι δημοκρατίες δεν χάνουν την αξιοπιστία τους επειδή οι κυβερνήσεις κάνουν λάθη. Τα λάθη είναι αναπόφευκτα. Τη χάνουν όταν οι αποφάσεις παραμένουν αδιαφανείς ακόμη και όταν έχουν ληφθεί. Όταν η κοινωνία καλείται να αρκεστεί σε μια φράση ενώ εκείνο που πραγματικά χρειάζεται είναι μια εξήγηση.

Δεν ξέρω αν υπάρχει τρόπος να εξαφανίσουμε τα λάθη από την πολιτική. Ξέρω όμως ότι υπάρχει ένας τρόπος να ξαναχτίσουμε την εμπιστοσύνη. Όχι με περισσότερες δηλώσεις ευθύνης, αλλά με περισσότερη λογοδοσία. Γιατί η πολιτική ευθύνη δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή που κάποιος παραιτείται. Κρίνεται τη στιγμή που αποφασίζει να εξηγήσει πώς σκέφτηκε.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)